Νίκος Ξένιος, Το άχτι
"Η συλλογή διηγημάτων του Νίκου Ξένιου μοιάζει να πατάει με το ένα πόδι στην αμερικανική σχολή των short stories, ιδίως δε στον Κάρβερ, και με το άλλο να εγγράφεται στη μακρά εγχώρια παράδοση του είδους, με πλησιέστερο προπάτορα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, τον Βουτυρά.... Οι πρωταγωνιστές, σχεδόν στο σύνολο των διηγημάτων, είναι πρόσωπα που τα χαρακτηρίζει μια απόσταση από αυτό που συμβαίνει γύρω τους-συχνά λόγω παιδικών τραυμάτων-, πρόσωπα παραβατικά ή περιθωριακά, αλλά και πρόσωπα "κανονικά", που τα πνίγει η κανονικότητα και ο εξαναγκασμός της. Ο συγγραφέας μάς προτείνει στην ουσία μια σειρά από προσωπογραφίες, που το κυριότερο περιεχόμενό τους είναι το ψυχοσυναισθηματικό κενό που αφήνει πίσω της η κάθε είδους ξενότητα.
Σε κάποια, ωστόσο, από τα διηγήματα, τα πιο σύντομα, δεν λείπει η ονειρική διάσταση και η αντι-πραγματιστική ποόθεση- η πρόθεση να δικαιωθεί το κείμενο σ΄έναν άλλο ορίζοντα, πέρα από αυτόν της πραγματικότητας. Με επιδέξιους χειρισμούς και χωρίς να καταφεύγει στις συνήθεις εκκεντρικότητες με τις οποίες διανθίζουν τα κείμενά τους οι συγγραφείς του λεγόμενου φανταστικού, ο συγγραφέας κατορθώνει να στήσει μη αληθοφανείς αλλά πειστικές σύντομες αφηγήσεις, από τις οποίες δεν λείπει ούτε η δραματική ένταση αλλά ούτε, όπως θα περίμενε κανείς, η συγκίνηση.
(Εδώ ας μου επιτραπεί μια παρένθεση: το αίτημα για ανανέωση της ελληνικής λογοτεχνίας και συμπόρευσή της με τις προηγμένες εθνικές λογοτεχνίες παραμένει πάντα επίκαιρο. Στο χώρο του διηγήματος έχουν καταγραφεί, τα τελευταία χρόνια, πολλές συλλογές που εκπέμπουν θετικά σήματα προς την κατεύθυνση αυτήν, καθώς οι συγγραφείς τους, αν και εντάσσουν, σ΄ένα βαθμό, τα κείμενά τους στη σχετική εγχώρια παράδοση, σ΄έναν άλλο βαθμό αφίστανται από αυτήν, επινοώντας μηχανισμούς, προτείνοντας θεματικές και βρίσκοντας τελικές λύσεις που πολύ απέχουν, αν δεν έρχονται σε ευθεία σύγκρουση με αυτήν.)
Αντίθετα, ο συγγραφέας τα καταφέρνει λιγότερο καλά σε διηγήματα που το θέμα τους είναι οι σχέσεις του ζευγαριού. Σε αυτά, αρκετές φορές, ξεπέφτει σ΄έναν πεπαλαιωμένο ψυχολογισμό, ο οποίος κινεί τους ήρωες μηχανικά, μέσα από ευκόλως ορατά κίνητρα και με ευκόλως αναγνωρίσιμα σήματα.
Εντούτοις, και παρά την ένδεια αφηγηματικών μηχανισμών, το Α Χ Τ Ι παραμένει μια άκρως ενδιαφέρουσα συλλογή σύντομων ιστοριών με κατεύθυνση το μέλλον."
Γιώργος Ξενάριος
f l a m e n c o λ ό γ ι ο
Κυριακή, Ιανουάριος 29, 2012
κριτική Κωστή Παπαγιώργη στο "Αθηνόραμα"
Γράψε σβήσε «μου πήδηξες την ιδέα»
Ιστορίες και κατορθώματα της Λέσχης «Γομολάστιχα»
Η πειραματική αυτη ομάδα, παρότι αναγνωρίζει ότι η συγγραφή αποτελεί μοναχική διαδικασία, δοκίμασε με επιτυχία το αντίθετο. Μια οκτάδα υποψήφιων λογοτεχνών (Γ. Αναστασοπούλου, Μ. Βελισκάκης, Π.Μ. Ζερβός, Κ. Κορομπιλη, Αγγ. Μαρίνου, Ν.Ξένιος, Σ. Ρόκος, Ελ. Χριστοφοράτου) αποφάσισαν να δίνουν τα γραπτά τους για φιλική ανάγνωση και να αποδέχονται τις διορθώσεις, τις παρατηρήσεις και –καθώς πιστεύουμε– τις ποικίλες παρεμβάσεις. Είναι γνωστό ότι ο διορθωτής, αν έχει το ελεύθερο, μπαίνει στον πειρασμό να ξαναγράψει το κείμενο με δικό του, «καλύτερο» τρόπο. Άλλωστε, γι’ αυτό η όλη επιχείρηση βαφτίστηκε «γομολάστιχα». Οι ίδιοι ομολογούν ότι «η κριτική τούς πονούσε», άρα έσβηναν μάλλον παρά έγραφαν, θυσίαζαν πράγματα που αγαπούσαν, ήταν θα λέγαμε ένας συγγραφέας με οκτώ κεφάλια. Τα διηγήματα υπερβαίνουν τις αμηχανίες του πρωτάρη, καθώς διαβάζονται με άνεση κι έχουν αμεσότητα και ζωντάνια. Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε κάποια, πώς να βάλουμε όμως φιτιλιές στους κόλπους ενός φιλικού κύκλου στον οποίο κάθε μέλος αναγνωρίζει τόσο στο δικό του όσο και στα άλλα κάποια παρέμβαση που πιθανώς έφερε τούμπα το όλο γραπτό; Το μόνο που μπορούμε να πούμε (λόγω πείρας και όχι προφητισμ ού) είναι ότι η επιχείρηση «Γομολάστιχα» θα δικαιωθεί όταν τα μέλη της «τσακωθούν» για να βρει το καθένα τη δική του γραφή. Για να φιλιώσει κάποιος με τη γραφή, συχνά κάνει τους φίλους «εχθρούς»...
Ιστορίες και κατορθώματα της Λέσχης «Γομολάστιχα»
Η πειραματική αυτη ομάδα, παρότι αναγνωρίζει ότι η συγγραφή αποτελεί μοναχική διαδικασία, δοκίμασε με επιτυχία το αντίθετο. Μια οκτάδα υποψήφιων λογοτεχνών (Γ. Αναστασοπούλου, Μ. Βελισκάκης, Π.Μ. Ζερβός, Κ. Κορομπιλη, Αγγ. Μαρίνου, Ν.Ξένιος, Σ. Ρόκος, Ελ. Χριστοφοράτου) αποφάσισαν να δίνουν τα γραπτά τους για φιλική ανάγνωση και να αποδέχονται τις διορθώσεις, τις παρατηρήσεις και –καθώς πιστεύουμε– τις ποικίλες παρεμβάσεις. Είναι γνωστό ότι ο διορθωτής, αν έχει το ελεύθερο, μπαίνει στον πειρασμό να ξαναγράψει το κείμενο με δικό του, «καλύτερο» τρόπο. Άλλωστε, γι’ αυτό η όλη επιχείρηση βαφτίστηκε «γομολάστιχα». Οι ίδιοι ομολογούν ότι «η κριτική τούς πονούσε», άρα έσβηναν μάλλον παρά έγραφαν, θυσίαζαν πράγματα που αγαπούσαν, ήταν θα λέγαμε ένας συγγραφέας με οκτώ κεφάλια. Τα διηγήματα υπερβαίνουν τις αμηχανίες του πρωτάρη, καθώς διαβάζονται με άνεση κι έχουν αμεσότητα και ζωντάνια. Θα μπορούσαμε να ξεχωρίσουμε κάποια, πώς να βάλουμε όμως φιτιλιές στους κόλπους ενός φιλικού κύκλου στον οποίο κάθε μέλος αναγνωρίζει τόσο στο δικό του όσο και στα άλλα κάποια παρέμβαση που πιθανώς έφερε τούμπα το όλο γραπτό; Το μόνο που μπορούμε να πούμε (λόγω πείρας και όχι προφητισμ ού) είναι ότι η επιχείρηση «Γομολάστιχα» θα δικαιωθεί όταν τα μέλη της «τσακωθούν» για να βρει το καθένα τη δική του γραφή. Για να φιλιώσει κάποιος με τη γραφή, συχνά κάνει τους φίλους «εχθρούς»...
Ετικέτες
βιβλιοκριτική
Τετάρτη, Ιανουάριος 18, 2012
ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ BOOK PRESS ΓΙΑ ΤΟ "ΑΧΤΙ"
Του Κώστα Αγοραστού
Δεν είναι λίγες οι φορές που οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς επιλέγουν το πρώτο τους βιβλίο να είναι μια συλλογή διηγημάτων. Και αυτό, γιατί συνήθως, έχουν άγνοια κινδύνου. Τα σκόρπια κείμενα που έγραψαν μέσα στα χρόνια, οι σκέψεις τους, τα τυχαία περιστατικά που τους έχουν εντυπωθεί και γενικότερα το προσωπικό βίωμα, δύσκολα μετασχηματίζεται σε αυτό που λέμε λογοτεχνία. Ποιος είναι ο καταλύτης αυτής της μετάλλαξης; Μα, φυσικά, το ταλέντο.
Διαβάζοντας τη συλλογή του Νίκου Ξένιου, Το άχτι, αυτό που εντοπίζει κανείς πρώτα πρώτα είναι το συγγραφικό ταλέντο. Την ανέση να διηγείται ιστορίες με τρόπο γλαφυρό και ανάγλυφο. Με τρόπο που κρύβει επιμελώς τα λογοτεχνικά του διαβάσματα και προάγει την ιστορία αυτή καθ΄εαυτήν. Η γραφή του ρέουσα, παρασέρνει τον αναγνώστη στο βάθος της κάθε ιστορίας, κάνοντάς τον συμμέτοχο και όχι απλώς παρατηρητή.
Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι διηγήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα σχετικά ομοιόμορφο ύφος. Και αυτό γιατί ο συγγραφέας δεν χάνει την ευκαιρία να πειραματιστεί με τον εξπρεσιονισμό, δίνοντάς μας δυο διηγήματα, τα οποία απαιτούν την αυξημένη προσοχή μας. Τα υπόλοιπα, ασχολούνται με θέματα καθημερινά, προσωπικά, συναισθηματικά και συγχρόνως βαθιά πολιτικά, αλλά χωρίς καταγγελτική διάθεση. Στόχος δεν είναι η απλή καταγραφή του εκάστοτε γεγονότος, αλλά ο εγκλωβισμός του στο άχρονο της λογοτεχνίας. Ο υπάλληλος του σουπερμάρκετ που βρίσκει δηλητηριασμένο και νεκρό έναν άστεγο έξω από την πολυκατοικία του («Πολιτική του καταστήματος»), ο άτυχος θαμώνας της πλατείας Εξαρχείων που δέχεται επίθεση από “αναρχικούς” την ώρα που πίνει τον καφέ του («Η κορνίζα»), ο νεαρός Άμλετ, από την Αρμενία, που δίνει τις εξετάσεις του σχολείου του μέσα στο Αστυνομικό τμήμα («Ο πρίγκηπας»), η νεοδιόριστη καθηγήτρια που ασφυκτιά στο νέο της σχολείο αλλά και στη μακροχρόνια σχέση της («Το άχτι»).
Όλα τα διηγήματα της συλλογής έχουν ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο που παλεύει με τις εμμονές του, τον άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην καθημερινότητά του. Ο συγγραφέας, όπως και κάθε συγγραφέας, είναι παραπάνω από εμφανές ότι αγαπάει πολύ τους ήρωές του. Κάποιους τους θαυμάζει, κάποιους άλλους τους συμπονά, κάποιους τους προστατεύει και τους περιβάλλει με στοργή. Σε όλους έχει δώσει ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα μέρος των βιωμάτων του.
Ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής έχει τίτλο «Ο γιος του Σωτήρη» και είναι η ιστορία ενός σαλεμένου ανθρώπου, ο οποίος, λόγω μιας ανεξήγητης ενέργειάς του σε δημόσιο χώρο συλλαμβάνεται και αφηγείται σε μια ψυχοθεραπεύτρια την ιστορία της ζωής του, για να καταλήξει στο κομβικό εκείνο περιστατικό της παιδικής του ηλικίας. Οι αναφορές στον Οιδίποδα σαφείς, η οποίες μαζί με την έξυπνη δομή του διηγήματος, δημιουργούν μια νοηματική και δραματική κορύφωση ιδιαίτερα επιτυχημένη.
Συνολικά, η συλλογή του Ξένιου είναι μεν φιλόδοξη αλλά δεν χαρακτηρίζεται από «θόρυβο» στη γραφή του. Στοχεύει στον προσεκτικό αναγνώστη, ενώ μπορεί να κερδίσει εύκολα και τον περιστασιακό.
Στα βασικά πλεονεκτήματα του βιβλίου και το εξαιρετικά καλόγουστο εξώφυλλο με σκίτσα της Εύης Τσακνιά.
Δεν είναι λίγες οι φορές που οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς επιλέγουν το πρώτο τους βιβλίο να είναι μια συλλογή διηγημάτων. Και αυτό, γιατί συνήθως, έχουν άγνοια κινδύνου. Τα σκόρπια κείμενα που έγραψαν μέσα στα χρόνια, οι σκέψεις τους, τα τυχαία περιστατικά που τους έχουν εντυπωθεί και γενικότερα το προσωπικό βίωμα, δύσκολα μετασχηματίζεται σε αυτό που λέμε λογοτεχνία. Ποιος είναι ο καταλύτης αυτής της μετάλλαξης; Μα, φυσικά, το ταλέντο.
Διαβάζοντας τη συλλογή του Νίκου Ξένιου, Το άχτι, αυτό που εντοπίζει κανείς πρώτα πρώτα είναι το συγγραφικό ταλέντο. Την ανέση να διηγείται ιστορίες με τρόπο γλαφυρό και ανάγλυφο. Με τρόπο που κρύβει επιμελώς τα λογοτεχνικά του διαβάσματα και προάγει την ιστορία αυτή καθ΄εαυτήν. Η γραφή του ρέουσα, παρασέρνει τον αναγνώστη στο βάθος της κάθε ιστορίας, κάνοντάς τον συμμέτοχο και όχι απλώς παρατηρητή.
Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι διηγήματα, τα οποία χαρακτηρίζονται από ένα σχετικά ομοιόμορφο ύφος. Και αυτό γιατί ο συγγραφέας δεν χάνει την ευκαιρία να πειραματιστεί με τον εξπρεσιονισμό, δίνοντάς μας δυο διηγήματα, τα οποία απαιτούν την αυξημένη προσοχή μας. Τα υπόλοιπα, ασχολούνται με θέματα καθημερινά, προσωπικά, συναισθηματικά και συγχρόνως βαθιά πολιτικά, αλλά χωρίς καταγγελτική διάθεση. Στόχος δεν είναι η απλή καταγραφή του εκάστοτε γεγονότος, αλλά ο εγκλωβισμός του στο άχρονο της λογοτεχνίας. Ο υπάλληλος του σουπερμάρκετ που βρίσκει δηλητηριασμένο και νεκρό έναν άστεγο έξω από την πολυκατοικία του («Πολιτική του καταστήματος»), ο άτυχος θαμώνας της πλατείας Εξαρχείων που δέχεται επίθεση από “αναρχικούς” την ώρα που πίνει τον καφέ του («Η κορνίζα»), ο νεαρός Άμλετ, από την Αρμενία, που δίνει τις εξετάσεις του σχολείου του μέσα στο Αστυνομικό τμήμα («Ο πρίγκηπας»), η νεοδιόριστη καθηγήτρια που ασφυκτιά στο νέο της σχολείο αλλά και στη μακροχρόνια σχέση της («Το άχτι»).
Όλα τα διηγήματα της συλλογής έχουν ως κεντρικό άξονα τον άνθρωπο που παλεύει με τις εμμονές του, τον άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην καθημερινότητά του. Ο συγγραφέας, όπως και κάθε συγγραφέας, είναι παραπάνω από εμφανές ότι αγαπάει πολύ τους ήρωές του. Κάποιους τους θαυμάζει, κάποιους άλλους τους συμπονά, κάποιους τους προστατεύει και τους περιβάλλει με στοργή. Σε όλους έχει δώσει ένα κομμάτι του εαυτού του, ένα μέρος των βιωμάτων του.
Ένα από τα ωραιότερα διηγήματα της συλλογής έχει τίτλο «Ο γιος του Σωτήρη» και είναι η ιστορία ενός σαλεμένου ανθρώπου, ο οποίος, λόγω μιας ανεξήγητης ενέργειάς του σε δημόσιο χώρο συλλαμβάνεται και αφηγείται σε μια ψυχοθεραπεύτρια την ιστορία της ζωής του, για να καταλήξει στο κομβικό εκείνο περιστατικό της παιδικής του ηλικίας. Οι αναφορές στον Οιδίποδα σαφείς, η οποίες μαζί με την έξυπνη δομή του διηγήματος, δημιουργούν μια νοηματική και δραματική κορύφωση ιδιαίτερα επιτυχημένη.
Συνολικά, η συλλογή του Ξένιου είναι μεν φιλόδοξη αλλά δεν χαρακτηρίζεται από «θόρυβο» στη γραφή του. Στοχεύει στον προσεκτικό αναγνώστη, ενώ μπορεί να κερδίσει εύκολα και τον περιστασιακό.
Στα βασικά πλεονεκτήματα του βιβλίου και το εξαιρετικά καλόγουστο εξώφυλλο με σκίτσα της Εύης Τσακνιά.
Ετικέτες
βιβλιοκριτική
Παρασκευή, Ιανουάριος 13, 2012
Παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων "ΓΡΑΨΕ-ΣΒΗΣΕ" της λέσχης δημιουργικής γραφής "Γομολάστιχα"
¨
Την επιλογή και σύνθεση των εικόνων έκανε η Ελένη Γιαννέτου.
Τη μουσική συνέθεσαν οι May Fly.
Την επιλογή και σύνθεση των εικόνων έκανε η Ελένη Γιαννέτου.
Τη μουσική συνέθεσαν οι May Fly.
Ετικέτες
νέα βιβλία
Κυριακή, Ιανουάριος 01, 2012
Κυριακή, Δεκέμβριος 25, 2011
Άνθος του γιαλού
Aλέξανδρος Παπαδιαμάντης, 1906
Ἐπὶ πολλὰς νύκτας κατὰ συνέχειαν ἔβλεπεν ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, ἐκεῖ ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ, κοντὰ στὰ Κοτρώνια τοῦ ἀνατολικοῦ γιαλοῦ, ἀνάμεσα εἰς δυὸ ὑψηλοὺς βράχους καὶ κάτω ἀπὸ ἕνα παλαιὸν ἐρημόσπιτον κατηρειπωμένον, - ἐκεῖ ἔστρωνε συνήθως τὴν κάπαν ἐπάνω στὴν πλώρην τῆς βάρκας, κ᾿ ἐκοιμᾶτο χορευτὸν καὶ νανουρισμένον ὕπνον, τρεῖς σπιθαμὲς ὑψηλότερ᾿ ἀπὸ τὸ κῦμα, θεωρῶν τὰ ἄστρα, καὶ μελετῶν τὴν Πούλιαν καὶ ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ - ἔβλεπε, λέγω, ἀνοικτὰ εἰς τὸ πέλαγος, ἔξω ἀπὸ τὰ δυὸ ἀνθισμένα νησάκια, τὰ φυλάττοντα ὡς σκοποὶ τὸ στόμιον τοῦ λιμένος, ἓν μελαγχολικὸν φῶς - κανδήλι, φανόν, λαμπάδα, ἢ ἄστρον πεσμένον - νὰ τρεμοφέγγῃ, ἐκεῖ μακράν, εἰς τὸ βάθος τῆς μελανωμένης εἰκόνος, ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα, καὶ νὰ στέκῃ ἐπὶ ὥρας, φαινόμενον ὡς νὰ ἔπλεε, καὶ μένον ἀκίνητον.
Ὁ Μάνος τοῦ Κορωνιοῦ, λεμβοῦχος ψαράς, ἦτον ἀδύνατος στὰ μυαλὰ ὅπως καὶ πᾶς θνητός. Ἀρκετὸν ἦτο ἤδη ὁποὺ ἔδενε τὴν βάρκαν του κάθε βράδυ ἐκεῖ, δίπλα εἰς τοὺς δυὸ μαυρισμένους βράχους, κάτω ἀπὸ τὸ ἐρημόσπιτον ἐκεῖνο, τ᾿ ὁλόρθον ἄψυχον φάντασμα, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν φήμην, ὅτι ἦτο στοιχειωμένον. Ἐκαλεῖτο κοινῶς «τῆς Λουλούδως τὸ Καλύβι». Διατί; Κανεὶς δὲν ἤξευρεν. Ἤ, ἂν ὑπῆρχον ὀλίγα γραΐδια «λαδικά», ἢ καὶ δυὸ τρεῖς γέροι, γνωρίζοντες τὰς παλαιὰς ἱστορίας τοῦ τόπου, ὁ Μάνος δὲν ἔτυχεν εὐκαιρίας νὰ τοὺς ἐρωτήση.
Ἔβλεπε, βραδιὲς τώρα, τὸ παράδοξον ἐκεῖνο μεμακρυσμένον φῶς νὰ τρέμῃ καὶ νὰ φέγγῃ ἐκεῖ εἰς τὸ πέλαγος, ἐνῷ ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἦτο ἐκεῖ κανεὶς φάρος. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει δι᾿ αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς τὰ μικρὰ μέρη, τὰ μὴ ἔχοντα ἰσχυροὺς βουλευτάς.
Τί, λοιπόν, ἦτο τὸ φῶς ἐκεῖνο; Ἠσθάνετο ἐπιθυμίαν, ἐπειδὴ σχεδὸν καθημερινῶς ἐπέρνα μὲ τὴν βάρκα του ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ πέραμα, ἀνάμεσα εἰς τὰ δυὸ χλοερὰ νησάκια, καὶ δὲν ἔβλεπε κανὲν ἴχνος ἐκεῖ τὴν ἡμέραν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξηγῇ τὴν παρουσίαν τοῦ φωτὸς τὴν νύκτα, νὰ πλεύση τὰ μεσάνυχτα, διακόπτων τὸν μακάριον ὕπνον του, καὶ τοὺς ρεμβασμούς του πρὸς τ᾿ ἄστρα καὶ τὴν Πούλιαν, νὰ φθάση ἕως ἐκεῖ, νὰ ἰδῆ τί εἶναι, καί, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ τὸ κυνηγήση τὸ μυστηριῶδες ἐκεῖνο φέγγος. Ὅθεν ὁ Μάνος, ἐπειδὴ ἦτο ἀσθενὴς ἄνθρωπος, καθὼς εἴπομεν, νέος εἰκοσαετής, ἐκάλεσεν ἐπίκουρον καὶ τὸν Γιαλὴν τῆς Φαφάνας, δέκα ἔτη μεγαλύτερόν του, ἀφοῦ τοῦ διηγήθη τὸ νυκτερινὸν ὅραμά του, διὰ νὰ τοῦ κάμῃ συντροφιὰν εἰς τὴν ἀσυνήθη ἐκδρομήν.
―
Ἐπῆγαν μίαν νύκτα, ὅταν ἡ σελήνη ἦτο ἐννέα ἡμερῶν, κ᾿ ἔμελλε νὰ δύση περὶ τὴν μίαν μετὰ τὰ μεσάνυχτα. Τὸ φῶς ἐφαίνετο ἐκεῖ, ἀκίνητον ὡς καρφωμένον, ἐνῷ ὁ πύρινος κολοβὸς δίσκος κατέβαινεν ἤρεμα πρὸς δυσμᾶς κ᾿ ἔμελλε νὰ κρυφθῆ ὀπίσω τοῦ βουνοῦ. Ὅσον ἔπλεαν αὐτοὶ μὲ τὴν βάρκαν, τόσον τοὺς ἔφευγε, χωρὶς νὰ κινῆται ὀφθαλμοφανῶς, ὁ μυστηριώδης πυρσός. Ἔβαλαν δύναμιν εἰς τὰ κουπιά, «ἐξεπλατίσθηκαν». Τὸ φῶς ἐμακρύνετο, ἐφαίνετο ἀπώτερον ὁλονέν. Ἦτο ἄφθαστον. Τέλος ἔγινεν ἄφαντον ἀπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των.
Ὁ Μάνος, μαζὶ μὲ τὸν Φαφάναν, ἔκαμαν πολλοὺς σταυρούς. Ἀντήλλαξαν ὀλίγας λέξεις:
- Δὲν εἶναι φανάρι, δὲν εἶναι καΐκι, ὄχι.
- Καὶ τί εἶναι;
- Εἶναι...
Ὁ Γιαλὴς τῆς Φαφάνας δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ.
Τὴν νύκτα τῆς τρίτης ἡμέρας, καὶ πάλιν δυὸ ἢ τρεῖς ἡμέρας μετ᾿ αὐτήν, οἱ δυὸ ναυτίλοι ἐπεχείρησαν ἐκ νέου τὴν ἐκδρομήν. Πάντοτε ἔβλεπαν τὴν μυστηριώδη λάμψιν νὰ χορεύῃ εἰς τὰ κύματα. Εἶτα, ὅσον ἐπλησίαζαν αὐτοί, τόσον τὸ ὅραμα ἔφευγε. Καὶ τέλος ἐγίνετο ἄφαντον. Τί ἄρα ἦτο;
―
Εἷς μόνον γείτων εἶχε παρατηρήσει τὰς ἐπανειλημμένας νυκτερινὰς ἐκδρομὰς τῶν δυὸ φίλων μὲ τὴν βάρκαν. Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας, ἄνθρωπος πενηντάρης, εἶχε διαβάσει πολλὰ παλαιὰ βιβλία μὲ τὰ ὀλίγα κολλυβογράμματα ποὺ ἤξευρε, καὶ εἶχεν ὁμιλήσει μὲ πολλὰς γραίας σοφάς, αἵτινες ὑπῆρξαν τὸ πάλαι. Ἐκάθητο ὅλην τὴν νύκτα, ἀγρυπνῶν, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρόν του, βλέπων πρὸς τὴν θάλασσαν, καὶ πότε ἐδιάβαζε τὰ βιβλία του, πότε ἐρρέμβαζε πρὸς τὰ ἄστρα καὶ πρὸς τὰ κύματα. Ἡ καλύβη του, ὅπου ἔρημος καὶ μόνος ἐκατοικοῦσεν, ἔκειτο ὀλίγους βράχους παραπέρα ἀπὸ τὸ σπίτι τῆς Λουλούδως, ὅπου ἔδενε τὴν βάρκαν του ὁ Μάνος, ἀνάμεσα εἰς τὸ σπίτι τῆς Βάσως τοῦ Ραγιᾶ καὶ τῆς Γκαβαλογίνας.
Μίαν νύκτα, ὁ Κορωνιὸς καὶ ὁ ἐγγονὸς τῆς Φαφάνας ἡτοιμάζοντο νὰ λύσουν τὴν βάρκαν, καὶ νὰ κωπηλατήσουν, τετάρτην φοράν, διὰ νὰ κυνηγήσουν τὸ ἀσύλληπτον θήραμά των.
Ὁ Λίμπος ὁ Κόκοϊας τοὺς εἶδεν, ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν καλύβην του, φορῶν ἄσπρον σκοῦφον καὶ ράσον μακρύ, ὅπως ἐσυνήθιζε κατ᾿ οἶκον, ἐπήδησε δυὸ τρεῖς βράχους πρὸς τὰ ἐκεῖ, κ᾿ ἔφθασε παραπάνω ἀπὸ τὸ μέρος, ὅπου εὑρίσκοντο οἱ δυὸ φίλοι.
- Γιὰ ποῦ, ἂν θέλῃ ὁ Θεός, παιδιά; τοὺς ἐφώναξεν. Εἶναι βραδιὲς τώρα ποὺ τρέχετε ἔξω ἀπὸ τὸ λιμάνι, χωρὶς νὰ γιαλεύετε, χωρὶς νὰ πυροφανίζετε - καὶ τὰ ψάρια σας δὲν τὰ εἴδαμε. Μήπως σὰς ὠνείρεψε καὶ σκάφτετε πουθενά, γιὰ νὰ βρῆτε τίποτα θησαυρό;
Ὁ Μάνος παρεκάλεσε τὸν Κόκοϊαν νὰ κατεβῇ παρακάτω καὶ νὰ ὁμιλῇ σιγανώτερα. Εἶτα δὲν ἐδίστασε νὰ τοῦ διηγηθῆ τὸ ὅραμά του.
Ὁ Λίμπος ἤκουσε μετὰ προσοχῆς. Εἶτα ἐγέλασε:
- Ἀμ᾿ ποὺ νὰ τὰ ξέρετε αὐτὰ ἐσεῖς, οἱ νέοι, εἶπε, σείων σφοδρῶς τὴν κεφαλήν. Τὸν παλαιὸν καιρὸν τέτοια πράματα, σὰν αὐτὸ ποὺ εἶδες, Μάνο, τὰ ἔβλεπαν ὅσοι ἦταν καθαροί, τώρα τὰ βλέπουν μόνο οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι. Ἐγὼ δὲ βλέπω τίποτα!.. Τὸ ἴδιο κι ὁ Γιαλὴς βλέπει αὐτὸ ποῦ λὲς πῶς βλέπεις;
Ὁ Γιαλὴς ἠναγκάσθη μὲ συστολὴν κατωτέραν της ἡλικίας του νὰ ὁμολογήση, ὅτι δὲν ἔβλεπε τὸ φῶς, περὶ οὗ ὁ λόγος, ἀλλ᾿ ἐπείθετο εἰς τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ Μάνου, ὅστις ἔλεγεν ὅτι τὸ βλέπει.
Ὁ Κόκοϊας, ἤρχισε τότε νὰ διηγῆται:
- Ἀκοῦστε νὰ σὰς πῶ, παιδιά. Ἐγὼ ποὺ μὲ βλέπετε, ἔφθασα τὴ γριά-Κοεράνω τοῦ Ραγιά, τὴν μαννοὺ αὐτῆς τῆς Βάσως τῆς γειτόνισσας, καθὼς καὶ τὴ μάννα τῆς Γκαβαλογίνας, ἀκόμα κι ἄλλες γριές. Μοῦ εἶχαν διηγηθῆ πολλὰ πρωτινά, παλαιικὰ πράματα, καθὼς κι αὐτὸ ποὺ θὰ σὰς πῶ τώρα:
»Βλέπετε αὐτὸ τὸ χάλασμα, τὸ Καλύβι τῆς Λουλούδως, ποὺ λένε πῶς εἶναι στοιχειωμένο; Ἐδῶ τὸν παλαιὸν καιρὸ ἐκατοικοῦσε μιὰ κόρη, ἡ Λουλούδω, ὁποὺ τὴν εἶχαν ὀνοματίσει γιὰ τὴν ἐμορφιά της, - ἔλαμπε ὁ ἥλιος, ἔλαμπε κι αὐτὴ - μαζὶ μὲ τὸν πατέρα της τὸν γερό-Θεριὰ (ἑλληνικὰ τὸν ἔλεγαν Θηρέα), ὅπου ἐκυνηγοῦσε ὅλους τους Δράκους καὶ τὰ Στοιχειά, μὲ τὴν ἀσημένια σαγίτα καὶ μὲ φαρμακωμένα βέλη. Ἕνα Βασιλόπουλο ἀπὸ τὰ ξένα τὴν ἀγάπησε τὴν ὄμορφη Λουλούδω. Τῆς ἔδωκε τὸ δαχτυλίδι του, κ᾿ ἐκίνησε νὰ πάῃ στὸ σεφέρι καὶ τῆς ἔταξε μὲ ὅρκον ὅτι, ἅμα νικήση τοὺς βαρβάρους, τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, θὰ ἔρθη νὰ τὴν στεφανωθῇ.
»Ἐπῆγε τὸ Βασιλόπουλο. Ἔμεινεν ἡ Λουλούδω, ρίχνοντας τὰ δάκρυά της στὸ κῦμα, στὸν ἀέρα στέλνοντας τοὺς ἀναστεναγμούς της, καὶ τὴν προσευχὴ στὰ οὐράνια, νὰ βγῆ νικητὴς τὸ Βασιλόπουλο, νὰ ἔρθη ἡ μέρα ποὺ θὰ γεννηθῆ ὁ Χριστός, νὰ γυρίση ὁ σαστικός της νὰ τὴν στεφανωθῆ.
»Ἔφτασε ἡ μέρα ποὺ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. Ἡ Παναγία μὲ ἀστραφτερὸ πρόσωπο, χωρὶς πόνο, χωρὶς βοήθεια, γέννησε τὸ Βρέφος μὲς στὴ Σπηλιά, τὸ ἐσήκωσε, τὸ ἐσπαργάνωσε μὲ χαρά, καὶ τὸ ῾βαλε στὸ παχνί, γιὰ νὰ τὸ κοιμίση. Ἕνα βοϊδάκι κ᾿ ἕνα γαϊδουράκι ἐσίμωσαν τὰ χνῶτα τοὺς στὸ παχνὶ κ᾿ ἐφυσοῦσαν μαλακὰ νὰ ζεστάνουν τὸ θεῖο Βρέφος. Νά, τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἦρθαν οἱ βοσκοί, δυὸ γέροι μὲ μακριὰ ἄσπρα μαλλιά, μὲ τὶς μαγκοῦρες τους, ἕνα βοσκόπουλο μὲ τὴ φλογέρα του, θαμπωμένοι, ξαφνιασμένοι, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ θεῖο Βρέφος. Εἶχαν ἰδεῖ τὸν Ἄγγελον ἀστραπόμορφον, μὲ χρυσογάλανα λευκὰ φτερά, εἶχαν ἀκούσει τ᾿ ἀγγελούδια ποὺ ἔψαλλαν: Δόξα ἐν ὑφίστοις Θεῷ! Ἔμειναν γονατιστοί, μ᾿ ἐκστατικὰ μάτια, κάτω ἀπὸ τὸ παχνί, πολλὴν ὥρα, κ᾿ ἐλάτρευαν ἀχόρταγα τὸ θάμα τὸ οὐράνιο. Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!
»Ἔφτασαν κ᾿ οἱ τρεῖς Μάγοι, καβάλα στὶς καμῆλες τους. Εἶχαν χρυσὲς μίτρες στὸ κεφάλι, κ᾿ ἐφοροῦσαν μακριὲς γοῦνες μὲ πορφύρα κατακόκκινη. Καὶ τ᾿ ἀστεράκι, ἕνα λαμπρὸ χρυσὸ ἀστέρι, ἐχαμήλωσε κ᾿ ἐκάθισε στὴ σκεπὴ τῆς Σπηλιᾶς, κι ἔλαμπε μὲ γλυκὸ οὐράνιο φῶς, ποὺ παραμέριζε τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι. Οἱ τρεῖς βασιλικοὶ γέροι ξεπέζεψαν ἀπ᾿ τὶς καμῆλες τους, ἐμπήκαν στὸ Σπήλαιο, κ᾿ ἔπεσαν κ᾿ ἐπροσκύνησαν τὸ Παιδί. Ἄνοιξαν τὰ πλούσια τὰ δισάκια τους, κ᾿ ἐπρόσφεραν δῶρα: χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν.
- »Νά! τώρα θὰ ῾ρθῆ τὸ Βασιλόπουλο, νὰ πάρη τὴν Λουλούδω!»
- Πέρασαν τὰ Χριστούγεννα, τελειώθηκε τὸ μυστήριο, ἔγινε ἡ σωτηρία, καὶ τὸ Βασιλόπουλο δὲν ᾖρθε νὰ πάρη τὴν Λουλούδω! Οἱ βάρβαροι εἶχαν πάρει σκλάβο τὸ Βασιλόπουλο. Τὸ φουσάτο του εἶχε νικήσει στὴν ἀρχή, τὰ φλάμπουρά του εἶχαν κυριέψει μὲ ἀλαλαγμὸ τὰ κάστρα τῶν βαρβάρων. Τὸ Βασιλόπουλο εἶχε χυμήξει μὲ ἀκράτητην ὁρμή, ἀπάνω στὸ μούστωμα καὶ στὴ μέθη τῆς νίκης. Οἱ βάρβαροι μὲ δόλο τὸν εἶχαν αἰχμαλωτίσει!
»Τὰ δάκρυα τῆς κόρης ἐπίκραναν τὸ κῦμα τ᾿ ἁρμυρό, οἱ ἀναστεναγμοί της ἐδιαλύθηκαν στὸν ἀέρα, κ᾿ ἡ προσευχή της ἔπεσε πίσω στὴ γῆ, χωρὶς νὰ φθάση στὸ θρόνο τοῦ Μεγαλοδύναμου. Ἕνα λουλουδάκι ἀόρατο, μοσχομυρισμένο, φύτρωσε ἀνάμεσα στοὺς δυὸ αὐτοὺς βράχους, ὁποὺ τὸ λὲν Ἀνθὸς τοῦ Γιαλοῦ, ἀλλὰ μάτι δὲν τὸ βλέπει. Καὶ τὸ Βασιλόπουλο, ποὺ εἶχε πέσει στὰ χέρια τῶν βαρβάρων, ἐπαρακάλεσε νὰ γίνῃ Σπίθα, φωτιὰ τοῦ πελάγους, γιὰ νὰ φτάση ἐγκαίρως, ὡς τὴν ἡμέρα ποὺ γεννᾶται ὁ Χριστός, νὰ φυλάξη τὸν ὅρκο του, ποὺ εἶχε δώσει στὴ Λουλούδω.
»Μερικοὶ λένε, πῶς τὸ Ἄνθος τοῦ Γιαλοῦ ἔγινε ἀνθός, ἀφρὸς τοῦ κύματος. Κ᾿ ἡ Σπίθα ἐκείνη, ἡ φωτιὰ τοῦ πελάγου ποὺ εἶδες, Μάνο, εἶναι ἡ ψυχὴ τοῦ Βασιλόπουλου, ποὺ ἔλιωνε, σβήσθηκε στὰ σίδερα τῆς σκλαβιᾶς, καὶ κανεὶς δὲν τὴν βλέπει πιά, παρὰ μόνον ὅσοι ἦταν καθαροὶ τὸν παλαιὸν καιρόν, καὶ οἱ ἐλαφροΐσκιωτοι στὰ χρόνια μας».
Ετικέτες
πεζογραφία
Πέμπτη, Δεκέμβριος 22, 2011
Λεοντή
Λεοντή,
του Νίκου Ξένιου
Α ώστε μαμά γι’ αυτό λοιπόν ο Ηρακλής φοράει στο κεφάλι του το κεφάλι του λιονταριού με ανοιχτό το στόμα σαν να βρυχάται, και λες πως βούτηξε μπροστά από το τζάκι το γουναρικό και το καπελώθηκε ασιδέρωτο: γιατί ο μύθος απευθυνόταν σε πολιτισμένους ανθρώπους και θα έπρεπε κάπως ο μυθικός ήρως να καλύψει τη γύμνια του! Βλακείες, θα μου πεις, η ανδρική γυμνότητα τότε κάθε άλλο παρά ντροπή ήταν, απόδειξη οι αθλητές που ξεβρακώνονταν ενώπιον όλων και πάλευαν κι έτρεχαν και ιδροκοπούσαν με τ’αρχίδια να κουνιούνται πέρα δώθε. Έτσι δεν καμάρωνες κι εσύ όταν με σηκώνατε με τον μπαμπά στο τραπέζι της ταβέρνας να χορέψω, ναι, ναι, όταν ήμουν τριών χρονών, και μου κατεβάζατε το παντελονάκι και λέγατε με καμάρι ν’ ακούσουν και τα διπλανά τραπέζια «αντράκι μου, αντράκι μου»… ήταν κι εκείνα τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού που τι να ξαπλώσεις μεσημέρι, ένα μαρτύριο, καυλωμένοι όλοι στα κρεβάτια μας κι εσύ σαν θαλαμοφύλακας να ελέγχεις κάτω απ΄τα σεντόνια καθέναν ξεχωριστά. Τα ξαδέρφια μου το ξεπέρασαν, εγώ ποτέ…ακούω μεσημεριανό ύπνο και το βάζω στα πόδια. Μ’ ένα σηκωμένο πουλί μονίμως, κι αυτό να απαγορεύεται, μη αυτό και μη εκείνο, πού να τηρήσω τα «μη», ρε μάνα, κάτω απ΄τα σεντόνια, αχ ρε μάνα, άχ…Και σιχαίνομαι και τις μύγες το καλοκαίρι γύρω από το καρπούζι, πριν μαζέψεις τα πιάτα…
Κοίτα, μ’αυτά και μ’αυτά κρύωσε το γάλα μου…όχι, θα το πιω κρύο, μην το ζεστάνεις…βιάζομαι, άλλωστε, πρέπει να κατέβω στο Σύνταγμα…
…Οπότε να υποθέσω πως όλοι αυτοί οι τύποι των άθλων, οι Αχιλλής, οι Θησείς, οι Ηράκλεις, καθώς και οι ανδροπρεπείς πολεμοχαρείς επίγονοί τους, ήσαν ιδιαίτερα αρχιδάτοι τύποι πρωταθλητών, κι ήσαν επιπλέον και εκδικητικοί Λάκωνες φαλλοκράτες, ώστε ο συγκεκριμένος αγριάνθρωπος, αντί να πούμε κλάδου ελαίας, ζώστηκε το ταλαίπωρο το αγρίμι αφού τόγδαρε και-γιατί όχι- το έφαγε κιόλας! Ή όχι Λάκωνες; Τι με αγριοκοιτάς; «Να μην μιλάω έτσι για τους Λάκωνες»; «Οι Λάκωνες ήλθαν με τα πόδια στην Πλατεία Συντάγματος»; Το ξέρω, τι μου το λες τώρα αυτό; «Ο μπαμπάς ήταν Λάκωνας»; Κι αυτό το ξέρω, τι μου το λες; Τι σχέση έχει αυτό; Ίσα ίσα, που διεκδικεί και άμεση καταγωγή, Θεός σ’χωρέστον…Εντάξει ρε μάνα, δεν κάνω πλάκα. Δεν κάνω πλάκα! Από τότε που πέθανε ο πατέρας ούτε χιούμορ δεν μπορούμε να κάνουμε εδώ μέσα. Κι ούτε μια προσωπική στιγμή δεν έχω, ρε μάνα, μπουκάρεις στο μπάνιο όταν ξυρίζομαι και μπορεί και να με πετύχεις ολόγυμνο αφού ποτέ δεν χτυπάς την πόρτα, δεν το καταλαβαίνεις αυτό το πράμα, είμαι άντρας πια, πάει η εποχή που μ’ έκανες μπάνιο. Τι; Θάθελες και τώρα να με κάνεις μπάνιο; Άσε ρε μάνα, τι σου περνάει από το μυαλό, δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει λόγος. Άμα βρω δουλειά όλα θ’ αλλάξουν, θα δεις. Τώρα, θα μου πεις, τι κάθομαι και σπάω το κεφάλι μου με τον Ηρακλή. Χα χα, το θυμάσαι στη δραχμή που ήταν δυο Ηρακλήδες, απόλυτα συμμετρικοί, ο ένας εκ δεξιών κι ο άλλος εξ ευωνύμων, με δέρας λιονταριού και ρόπαλα και οι δύο, γυμνοί, σ΄εκείνη τη στάση ανάπαυσης του γοφού που έχουν οι εξελιγμένοι Κούροι της κλασικής εποχής, να φυλάνε το Κοινοβούλιο όπως ο Ιουστινιανός φύλαγε τον ναό του Αγίου Βιταλίου της Ραβένα; Χάθηκε αυτό το νόμισμα, πάει, μόνο στο νομισματικό μουσείο το βρίσκει κανείς στις μέρες μας. Για να μην πιάσουμε τώρα το Κοινοβούλιο! Εεε! Πρόλαβέ το το ψωμί, θα καεί στη φρυγανιέρα, τρέχα ρε μάνα, καίγεται!
…Καλά λοιπόν. Μένει η ερμηνεία – μισό να καταπιώ τη μπουκιά μου- μένει λοιπόν η ερμηνεία πως ο Ηρακλής φόρεσε το λιονταροκέφαλο για να ζεσταίνεται, αφού ως άνθρωπος του Νεάντερταλ ο Ηρακλής ζούσε στην Εποχή των Παγετώνων… «Όχι; Να μη μιλάω με γεμάτο στόμα; Δεν ήταν άνθρωπος του Νεάντερταλ»; Τι ήταν, του Κρο Μανιόν; Τι γελάς, δεν κάνω πλάκα, απλώς δεν ξέρω σε ποιαν εποχή έζησε και κρίνοντας από το ατημέλητο στυλ είπα…Επιμελημένα ατημέλητο, βέβαια, γιατί μην ξεχνάς: κάποιες το θεωρούν σέξυ αυτό το αρκουδίσιο χάλι! Δεν το φόρεσε γι’ αυτό, λες; Για ποιον λόγο τότε; Εγώ λέω, για να βροντοφωνάξει σε όλα τα τέρατα πως είδατε, εγώ το έφαγα τελικά το παλιολιόνταρο, πάνω που πήγαινε να με φάει αυτό! Γιατί είναι το τρόπαιο της σπαρτιατικής βεντέτας του, του στοιχήματός του με την αγριότητα εκεί πέρα, μετά τα όρια της πόλης-κράτους, στις εσχατιές, το λάφυρο δηλαδή της ενηλικιώσεως και του κυνηγιού του. Τρόπον τινά το φέρει ως ένδυμα για να δηλώσει τη μετάβαση από τον πολιτισμό στην αγριότητα ή από την αγριότητα στον πολιτισμό. Τέλος, μια πιθανή απάντηση είναι για να μεταμφιεστεί, να μην τον γνωρίζουν, για παραλλαγή στρατιωτική ένα πράμα… Όχι. Ούτε αυτή είναι η καθεαυτήν χρήση της λεοντοκεφαλής…τι σου λέω τώρα πρωϊνιάτικα ρε μητέρα, τι σου λέω…Σου αρέσει; Πάλι καλά. Άλλες βαριούνται. Μια γκόμενα που είχα με άφησε γιατί της έλεγα τέτοια στο κρεβάτι. «Δεν μου άξιζε τέτοια γυναίκα»; Πού τη θυμάσαι μωρέ εσύ; Καταρχήν ξέρεις για ποιαν λέω;… Τη Βούλα λέω, ναι, πού τη θυμάσαι εσύ τη Βούλα; Δεν τη χώνεψες ποτέ, τώρα σαν να μού ‘ρχεται η εικόνα. Όχι, δεν με παράτησε γι’αυτό, επειδή της έλεγα μυθολογίες και τέτοια, έφυγε γιατί μπούκαρες μέσα στο δωμάτιο που ήμασταν ολόγυμνοι και τη γαμούσα κι εσύ έλεγες συγγνώμη συγγνώμη αλλά αυτή είχε φρικάρει ήδη και είχε τυλιχτεί τα σεντόνια. Είδε απόειδε, τα μάζεψε η κοπέλα κι έφυγε! Δεν σε κατηγορώ τώρα, για την ιστορία το αναφέρω, έτσι κι αλλιώς εγώ βαριέμαι τις ίδιες γκόμενες συνέχεια, αργά ή γρήγορα θά ‘παιρνε πόδι…προσωπικά δεν μ’ένοιαζε, μάνα μου είσαι, τι να με ξαναδείς γυμνό, ξέρεις πώς είναι το πουλί μου. Μην σοκάρεσαι ρε μαμά, αλήθεια δεν λέω; Δεν έχω πρόβλημα να δεις το πουλί μου, μόνο που δεν υπάρχει λόγος να θέλεις να το δεις, αυτό λέω, να συνεννοούμεθα. Ωωω, βρε μάνα, αμάν πια! Δικαίωμα έχεις, απλώς δεν υπάρχει λόγος, αυτό λέω. Ε, καλά τώρα, σ’ αυτό το θέμα διαφωνούσαμε από τότε που έβγαλα με άριστα τη Φιλοσοφική…δεν ντρέπομαι ρε μαμά, γιατί να ντραπώ, στο έχω πει:το μόνο που ντρέπομαι είναι που δεν έχω δουλειά, ένας άντρας δεν φοβάται να τον δει ολόγυμνο η μάνα του…ούτε η μάνα του τρομάζει…όμως δεν υπάρχει λόγος, τελεία και παύλα.
Τώρα που το λες, θυμήθηκα, ναι! Η λεοντοκεφαλή είναι γοργόνειον και τρομάζει τα άλλα τέρατα! Είναι σαν το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας, είναι σαν κάθε κομμένο κεφάλι! Φρικάρουν όλοι που το βλέπουν και χέζονται πάνω τους κι αποστρέφουν το βλέμμα όπως η γυναίκα του Λωτ στα Σόδομα που έγινε στήλη άλατος, αυτό είναι! Βάλε και το ρόπαλο, θα πρέπει γενικώς να μην ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο θέαμα να τον βλέπεις να πλησιάζει, ξεβράκωτος και βρωμερός, μες στην τρίχα και τη γενειάδα, καπάκι με τ’ αγριόδοντα του λιονταριού στεφάνι στην αγριόφατσά του και με διάφορα κρόταλα να βροντάνε αριστερά και δεξιά! Θα πρέπει να κοβόταν το γάλα στις λεχώνες! Θα πρέπει να σου κοβόταν η διάθεση να φυτρώσεις και άλλα κεφάλια μέσα στη λιμνούλα σου! Θα πρέπει να σου έφευγε η γη από τους ώμους, άν ήσουν-λέμε τώρα- ο Άτλαντας! Όσο για την κόπρον του Αυγείου, μάλλον θα δημιουργήθηκε από φόβο τη στιγμή ακριβώς της εμφανίσεως του εν λόγω παιδοβούβαλου! Χα χα! Πού να ξεπλυθεί η κόπρος; Ο τύπος έπιανε τον Αλιάκμονα και με δυο απλές κινήσεις μετέστρεφε τη ροή του! Που για να το κατορθώσει σήμερα αυτό ένα μεγάλο τεχνικό γραφείο χρειάζεται ένα επιτελείο διακοσίων Αλβανών και Πακιστανών, βάλε τους σχεδιαστές, τους αρχιτέκτονες, τις άδειες του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις διαμαρτυρίες των αρχαιολόγων…Μιλάμε για συνοπτικές διαδικασίες με γνώμονα την απόλυτη, ανεπεξέργαστη βία, σε στυλ Γόρδιος Δεσμός: Δεν θέλεις να εξωκείλεις, ποταμέ; Θα σε εξωκείλω εγώ! Κι όλα αυτά με την απόλυτη συγκατάθεση της επίγειας εξουσίας, την οποία υπηρετούσε το τερατάκι. Ε, να μην του επιτρέψει ο Ευρυσθέας, στην απόλυτη γύμνια του, να φέρει ως αιγίδα, αντί για το γνωστό κατσικοτόμαρο, ολόκληρο το δέρας του καταπτοηθέντος και δαρέντος, ηττηθέντος, ευτελισμένου, κατά κράτος υποταγμένου, εξορισμένου, δια παντός σιωπήσαντος και τελικώς κεκαρμένου λέοντος; Ήθελε να μεγαλώσει μια ώρα αρχύτερα, ο βλάκας. Κι εμείς που μεγαλώσαμε τι καταλάβαμε; «Τι θα πει κεκαρμένου»;«Δεν μεγαλώσαμε»; Τι θέλεις να πεις; «Θα είμαι πάντα το μωρό σου»; Άσε ρε μάνα, άσε τώρα…
…Να πηγαίνω τώρα. Η Πλατεία Συντάγματος θα έχει γεμίσει. Έχουμε λαϊκή συνέλευση το βράδυ, τώρα το πρωί θα μουντζώνουμε το Κοινοβούλιο, ναι, ναι, το Κοινοβούλιο. Γιατί το Κοινοβούλιο τα φταίει όλα, γι’αυτό. Που κάθονται εκεί μέσα οι χαραμοφάηδες και ο κόσμος πεινάει έξω, σαν Μαρίες Αντουανέττες και λένε «να φάει παντεσπάνι» και σκασίλα τους με τα βουλευτικά αξιώματα και τη βουλευτική ασυλία. Θα τα δουν όλα, στο ορκίζομαι ρε μάνα, θα τα δουν όλα! Λένε πως άνοιξαν σήραγγα που περνάει κάτω από την Πλατεία Συντάγματος και βγαίνει κάπου στην Καπνικαρέα. Λένε πως υπήρχε από παλιά αυτό το τούνελ γιατί πάντα ο λαός ήταν δυσαρεστημένος και ζητούσε να τους διώξει όλους, και τους προκατόχους τους, απλά θέλει διάνοιξη για να χρησιμοποιηθεί και πάλι, κοίτα τους γελοίους που μαγειρεύουν να το βάλουν στα πόδια, γιατί φωνή λαού οργή Θεού και το ξέρουν! Νέες μορφές διαχείρισης γεννιούνται πια, μητέρα, είμαστε on line και με τους επαναστάτες στη Λατινική Αμερική και τους βλέπουμε και τους μιλάμε κάθε βράδυ στο Σκάιπ…αλήθεια σου λέω, ζούμε ιστορικές στιγμές! Έχω και μάσκα αγοράσει, για τα δακρυγόνα, είναι πολύ αστεία, σαν μουτσούνα, μοιάζω με πολεμιστή στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι όμως ειδικά κατασκευασμένη για τα χημικά. Αυτοί έχουν ξεφύγει τελείως, δεν φτάνει που μας ραντίζουν όλη μέρα, μόνο χρησιμοποιούν και ληγμένα χημικά, θα μας πεθάνουν όλους μια ώρα αρχύτερα…
…Θα προσέχω, μαμά, μην ανησυχείς, τόσος κόσμος είναι εκεί, κοίτα εσύ την κουζίνα σου και μη σε νοιάζει, είμαστε όλοι οι άνεργοι εκεί στα αντίσκηνα και είμαστε και οργανωμένοι. «Είμαστε ανώριμοι»; Τι εννοείς ανώριμοι; Μια νέα περίοδος πολιτικής ωριμότητας γεννιέται, σου απαντώ και σε αποστομώνω! Τι; «Δεν ήρθε η ώρα να αποστομώσω τη μάνα μου»; Και πότε θάρθει αυτή η ώρα; Ξέρεις, το Μάη του ’68 οι νέοι στους δρόμους δεν τά ‘βαζαν μόνο με το πολιτικό κατεστημένο, τά ‘βαζαν με κάθε μορφή εξουσίας, τον εργοδότη, τον καθηγητή πανεπιστημίου, τον πατέρα εξουσιαστή, με όλους όσοι έλεγαν μη αυτό και μη εκείνο! Μη ντύνεστε με τζιν, μην κάθεστε με ανοιχτά τα πόδια, μη μένετε αξύριστοι, μην καπνίζετε στο δρόμο, μην καπνίζετε μαύρη, μην αργείτε στα μαθήματά σας, μην αργείτε στη δουλειά, μην αντιμιλάτε στο αφεντικό, μην σπαταλάτε τα λεφτά σας, μην πίνετε αλκοόλ, μην κάνετε παρτούζες μη γαμάτε τις μαροκινές, μη γαμιέστε οι ίδιοι! Μη, μη, μη, όλο μη! Μην αγγίζετε τον πούτσο σας, μην τον παίζετε, ε άντε και στο διάολο πια! Τέρμα τα μη! Μπάτσοι, γουρούνια, δο- λο- φό- νοι! Μπάτσοι, γουρούνια, δο-λο-φό-νοι! Σταμάτα τα μη ρε μάνα, σταμάτα τα πια! Τι μου κατέβηκες κι εσύ γριά γυναίκα στην Πλατεία και πήγες μπροστά μπροστά στους μπάτσους κι άρχισες να τους λες με το έτσι θέλω μαλακίες; Αυτοί νομίζεις κατάλαβαν τώρα; Μ’αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! Που πήγες και τους έλεγες «εσύ μάνα δεν έχεις;» και μετά δεν σούφτανε που σε έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια, μόνο πήγαινες εκεί κοντά-κοντά κι έσκυβες το κεφάλι να τον κοιτάξεις τον τύπο στα μάτια. Σε κοίταγε κι αυτός μέσα από τη στολή ο άμοιρος και τον λυπόταν η καρδιά σου όταν σε άκουγε να του λες: «Εσύ είσαι γιος μου ρε, γιος μου! Κατάλαβες; Κι εγώ είμαι μάνα σου! Θα σήκωνες ποτέ χέρι στη μάνα σου;» Πού να σηκώσει χέρι μετά; Του κοβόταν η στύση για την επόμενη βδομάδα! Έρχονταν όλες οι απαγορεύσεις στο κεφάλι του σαν κινηματογραφική ταινία, το μη αυτό και μη εκείνο, μην τρως με τα χέρια, άντε πλύνε τα χέρια σου, μην αντιμιλάς στη μαμά, και «αντράκι μου, αντράκι μου» να τον χορεύεις και να επιδεικνύεις το λιλιπούτειο πέος του στα διπλανά τραπέζια όλο υποσχέσεις για μιαν αξιοπρεπή εξέλιξη στο μέλλον! Και του ‘ρχονταν οι εικόνες με τις μύγες στα υπολείμματα καρπουζιού του μεσημεριανού φαγητού κι ο καλοκαιρινός ύπνος κάτω από τα σεντόνια τα ελεγχόμενα και αποστειρωμένα χωρίς τη δυνατότητα εκσπερμάτισης, γιατί η μανούλα το απαγόρευε! Έχω άδικο; Ε; Μας γάμησες τη ζωή, το ξέρεις; Μας τη γάμησες για τα καλά! Κι εμένα, και του μπάτσου, κι άς μην είμαστε από την ίδια μάνα! Γιατί από πού κι ως πού αδέλφια εγώ κι ο μπάτσος, ε; Γιατί κι αυτήν τη μαλακία την είπες, το θυμάμαι! Χωρίς να ρωτήσεις τη δικιά του τη μάνα αν συμφωνεί, γύρισες και μ’ έδειξες στον ροπαλοφόρο και του είπες «να ρε, αυτός είναι αδελφός σου! Θα σηκώσεις χέρι στον αδελφό σου άνανδρε;» Κόκαλο ο μπάτσος, κι εγώ ήθελα ν’ανοίξει η γη να με καταπιεί! Η συνωμοσία των μανάδων! Ούτε να παίξουμε τους κλέφτες και τους αστυνόμους δεν μας αφήνετε, για να μη γραντζουνίσουμε το γόνατό μας, και πώς η μανούλα θα τρέχει μετά να φέρει μπαμπάκι και μερκουροκρόμ; Άσε με, μην με τραβάς, πρέπει να φύγω, όχι δεν σε φιλάω, σε βρίζω τώρα, το καταλαβαίνεις;
….Αει σιχτίρ, τόσες απαγορεύσεις, τόσες απαγορεύσεις, που μπαίνει κανείς στο στίβο της ζωής με σηκωμένες τις τρίχες της κεφαλής του! Ναι, νάτο, νάτο, το κατάλαβα πια, βρήκα την απάντηση! Αυτό έπαθε και ο Ηρακλής! Του τα πρήξατε με τους άθλους, και ήλθαν και σηκώθηκαν όρθια τα μαλλιά και τα γένια του, το δέρμα της χήνας είχε ο άνθρωπος! Δεν προλάβαινε να συνέλθει από τη μια φρίκη και του ερχόταν και η άλλη! Δεν είχε άλλη επιλογή, γιατί αλλιώς θα τον έσκιζε ο Ευρυσθέας! Κι όπως τον είδαν να πλησιάζει, ανατριχιασμένος και μ’ όλο αυτό το στεφάνι μαλλιά ολόρθο γύρω από το πρόσωπό του, και τα γένεια όρθια κι αυτά από τη φρίκη, τους φάνηκε…ναι, αυτό είναι! Καποιανού του φάνηκε πως «τα κατάφερε», λέει, «τελικά, να το σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας» και να τη φορέσει καπέλο την κάρα του στο κεφάλι. Και το διέδωσε, ράδιο αρβύλα, ά, ρε Ηρακλή ταλαίπωρε! Στην ουσία ποτέ δεν τα κατάφερες, και ούτε τα δυο φιδάκια στην κούνια σου κατάφερες ποτέ να τα πνίξεις, γιατί σε είχε ευνουχίσει η μάνα σου η Αλκμήνη όπως ήσουν μπασταρδάκι του Δία και μόνο προβλήματα της προκαλούσες, και σούβαλε τα φίδια να σε ξεπαστρέψουν μιαν ώρα αρχύτερα, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και σε άφησε να ζήσεις. Για να σε ταλαιπωρεί μια ζωή το έκανε, γι’αυτό! Τώρα τα καταλαβαίνω όλα, μάνα! Τώρα τα καταλαβαίνω όλα! Θέλεις να μου βγάλεις το λάδι! Γι΄αυτό όλα αυτά τα μη! Άει παράτα μας ρε μάνα και κάτσε με τις κατσαρόλες σου! Σε πληγώνουν αυτά που λέω, ε; Χα χαααα, γι’αυτό τα λέω ρε, για να σε πληγώσω, γιατί μου έχεις κάνει τον βίο αβίωτο! Και δουλειά που ψάχνω να βρω για πάρτη σου την ψάχνω! Για να μη λες «ο χαραμοφάης» κι «ο χαραμοφάης που είναι τριάντα τόσο και κάθεται όλη μέρα και τον νταντεύω»!Με έχεις κάνει ρεζίλι σε όλη τη γειτονιά, ναι, ναι, δεν έχω μούτρα να βγω στον δρόμο! Γι’αυτό κι εγώ θα φορέσω τη μάσκα μου, σαν λεοντή, και θα πάω να βρίσω τους μπάτσους με τα κράνη-λεοντοκεφαλές έξω από το Κοινοβούλιο…με σηκωμένα τα μαλλιά μας από τη φρίκη, εγώ, κι ο Ηρακλής, και όλοι οι Λάκωνες μαζί…
του Νίκου Ξένιου
Α ώστε μαμά γι’ αυτό λοιπόν ο Ηρακλής φοράει στο κεφάλι του το κεφάλι του λιονταριού με ανοιχτό το στόμα σαν να βρυχάται, και λες πως βούτηξε μπροστά από το τζάκι το γουναρικό και το καπελώθηκε ασιδέρωτο: γιατί ο μύθος απευθυνόταν σε πολιτισμένους ανθρώπους και θα έπρεπε κάπως ο μυθικός ήρως να καλύψει τη γύμνια του! Βλακείες, θα μου πεις, η ανδρική γυμνότητα τότε κάθε άλλο παρά ντροπή ήταν, απόδειξη οι αθλητές που ξεβρακώνονταν ενώπιον όλων και πάλευαν κι έτρεχαν και ιδροκοπούσαν με τ’αρχίδια να κουνιούνται πέρα δώθε. Έτσι δεν καμάρωνες κι εσύ όταν με σηκώνατε με τον μπαμπά στο τραπέζι της ταβέρνας να χορέψω, ναι, ναι, όταν ήμουν τριών χρονών, και μου κατεβάζατε το παντελονάκι και λέγατε με καμάρι ν’ ακούσουν και τα διπλανά τραπέζια «αντράκι μου, αντράκι μου»… ήταν κι εκείνα τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού που τι να ξαπλώσεις μεσημέρι, ένα μαρτύριο, καυλωμένοι όλοι στα κρεβάτια μας κι εσύ σαν θαλαμοφύλακας να ελέγχεις κάτω απ΄τα σεντόνια καθέναν ξεχωριστά. Τα ξαδέρφια μου το ξεπέρασαν, εγώ ποτέ…ακούω μεσημεριανό ύπνο και το βάζω στα πόδια. Μ’ ένα σηκωμένο πουλί μονίμως, κι αυτό να απαγορεύεται, μη αυτό και μη εκείνο, πού να τηρήσω τα «μη», ρε μάνα, κάτω απ΄τα σεντόνια, αχ ρε μάνα, άχ…Και σιχαίνομαι και τις μύγες το καλοκαίρι γύρω από το καρπούζι, πριν μαζέψεις τα πιάτα…
Κοίτα, μ’αυτά και μ’αυτά κρύωσε το γάλα μου…όχι, θα το πιω κρύο, μην το ζεστάνεις…βιάζομαι, άλλωστε, πρέπει να κατέβω στο Σύνταγμα…
…Οπότε να υποθέσω πως όλοι αυτοί οι τύποι των άθλων, οι Αχιλλής, οι Θησείς, οι Ηράκλεις, καθώς και οι ανδροπρεπείς πολεμοχαρείς επίγονοί τους, ήσαν ιδιαίτερα αρχιδάτοι τύποι πρωταθλητών, κι ήσαν επιπλέον και εκδικητικοί Λάκωνες φαλλοκράτες, ώστε ο συγκεκριμένος αγριάνθρωπος, αντί να πούμε κλάδου ελαίας, ζώστηκε το ταλαίπωρο το αγρίμι αφού τόγδαρε και-γιατί όχι- το έφαγε κιόλας! Ή όχι Λάκωνες; Τι με αγριοκοιτάς; «Να μην μιλάω έτσι για τους Λάκωνες»; «Οι Λάκωνες ήλθαν με τα πόδια στην Πλατεία Συντάγματος»; Το ξέρω, τι μου το λες τώρα αυτό; «Ο μπαμπάς ήταν Λάκωνας»; Κι αυτό το ξέρω, τι μου το λες; Τι σχέση έχει αυτό; Ίσα ίσα, που διεκδικεί και άμεση καταγωγή, Θεός σ’χωρέστον…Εντάξει ρε μάνα, δεν κάνω πλάκα. Δεν κάνω πλάκα! Από τότε που πέθανε ο πατέρας ούτε χιούμορ δεν μπορούμε να κάνουμε εδώ μέσα. Κι ούτε μια προσωπική στιγμή δεν έχω, ρε μάνα, μπουκάρεις στο μπάνιο όταν ξυρίζομαι και μπορεί και να με πετύχεις ολόγυμνο αφού ποτέ δεν χτυπάς την πόρτα, δεν το καταλαβαίνεις αυτό το πράμα, είμαι άντρας πια, πάει η εποχή που μ’ έκανες μπάνιο. Τι; Θάθελες και τώρα να με κάνεις μπάνιο; Άσε ρε μάνα, τι σου περνάει από το μυαλό, δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει λόγος. Άμα βρω δουλειά όλα θ’ αλλάξουν, θα δεις. Τώρα, θα μου πεις, τι κάθομαι και σπάω το κεφάλι μου με τον Ηρακλή. Χα χα, το θυμάσαι στη δραχμή που ήταν δυο Ηρακλήδες, απόλυτα συμμετρικοί, ο ένας εκ δεξιών κι ο άλλος εξ ευωνύμων, με δέρας λιονταριού και ρόπαλα και οι δύο, γυμνοί, σ΄εκείνη τη στάση ανάπαυσης του γοφού που έχουν οι εξελιγμένοι Κούροι της κλασικής εποχής, να φυλάνε το Κοινοβούλιο όπως ο Ιουστινιανός φύλαγε τον ναό του Αγίου Βιταλίου της Ραβένα; Χάθηκε αυτό το νόμισμα, πάει, μόνο στο νομισματικό μουσείο το βρίσκει κανείς στις μέρες μας. Για να μην πιάσουμε τώρα το Κοινοβούλιο! Εεε! Πρόλαβέ το το ψωμί, θα καεί στη φρυγανιέρα, τρέχα ρε μάνα, καίγεται!
…Καλά λοιπόν. Μένει η ερμηνεία – μισό να καταπιώ τη μπουκιά μου- μένει λοιπόν η ερμηνεία πως ο Ηρακλής φόρεσε το λιονταροκέφαλο για να ζεσταίνεται, αφού ως άνθρωπος του Νεάντερταλ ο Ηρακλής ζούσε στην Εποχή των Παγετώνων… «Όχι; Να μη μιλάω με γεμάτο στόμα; Δεν ήταν άνθρωπος του Νεάντερταλ»; Τι ήταν, του Κρο Μανιόν; Τι γελάς, δεν κάνω πλάκα, απλώς δεν ξέρω σε ποιαν εποχή έζησε και κρίνοντας από το ατημέλητο στυλ είπα…Επιμελημένα ατημέλητο, βέβαια, γιατί μην ξεχνάς: κάποιες το θεωρούν σέξυ αυτό το αρκουδίσιο χάλι! Δεν το φόρεσε γι’ αυτό, λες; Για ποιον λόγο τότε; Εγώ λέω, για να βροντοφωνάξει σε όλα τα τέρατα πως είδατε, εγώ το έφαγα τελικά το παλιολιόνταρο, πάνω που πήγαινε να με φάει αυτό! Γιατί είναι το τρόπαιο της σπαρτιατικής βεντέτας του, του στοιχήματός του με την αγριότητα εκεί πέρα, μετά τα όρια της πόλης-κράτους, στις εσχατιές, το λάφυρο δηλαδή της ενηλικιώσεως και του κυνηγιού του. Τρόπον τινά το φέρει ως ένδυμα για να δηλώσει τη μετάβαση από τον πολιτισμό στην αγριότητα ή από την αγριότητα στον πολιτισμό. Τέλος, μια πιθανή απάντηση είναι για να μεταμφιεστεί, να μην τον γνωρίζουν, για παραλλαγή στρατιωτική ένα πράμα… Όχι. Ούτε αυτή είναι η καθεαυτήν χρήση της λεοντοκεφαλής…τι σου λέω τώρα πρωϊνιάτικα ρε μητέρα, τι σου λέω…Σου αρέσει; Πάλι καλά. Άλλες βαριούνται. Μια γκόμενα που είχα με άφησε γιατί της έλεγα τέτοια στο κρεβάτι. «Δεν μου άξιζε τέτοια γυναίκα»; Πού τη θυμάσαι μωρέ εσύ; Καταρχήν ξέρεις για ποιαν λέω;… Τη Βούλα λέω, ναι, πού τη θυμάσαι εσύ τη Βούλα; Δεν τη χώνεψες ποτέ, τώρα σαν να μού ‘ρχεται η εικόνα. Όχι, δεν με παράτησε γι’αυτό, επειδή της έλεγα μυθολογίες και τέτοια, έφυγε γιατί μπούκαρες μέσα στο δωμάτιο που ήμασταν ολόγυμνοι και τη γαμούσα κι εσύ έλεγες συγγνώμη συγγνώμη αλλά αυτή είχε φρικάρει ήδη και είχε τυλιχτεί τα σεντόνια. Είδε απόειδε, τα μάζεψε η κοπέλα κι έφυγε! Δεν σε κατηγορώ τώρα, για την ιστορία το αναφέρω, έτσι κι αλλιώς εγώ βαριέμαι τις ίδιες γκόμενες συνέχεια, αργά ή γρήγορα θά ‘παιρνε πόδι…προσωπικά δεν μ’ένοιαζε, μάνα μου είσαι, τι να με ξαναδείς γυμνό, ξέρεις πώς είναι το πουλί μου. Μην σοκάρεσαι ρε μαμά, αλήθεια δεν λέω; Δεν έχω πρόβλημα να δεις το πουλί μου, μόνο που δεν υπάρχει λόγος να θέλεις να το δεις, αυτό λέω, να συνεννοούμεθα. Ωωω, βρε μάνα, αμάν πια! Δικαίωμα έχεις, απλώς δεν υπάρχει λόγος, αυτό λέω. Ε, καλά τώρα, σ’ αυτό το θέμα διαφωνούσαμε από τότε που έβγαλα με άριστα τη Φιλοσοφική…δεν ντρέπομαι ρε μαμά, γιατί να ντραπώ, στο έχω πει:το μόνο που ντρέπομαι είναι που δεν έχω δουλειά, ένας άντρας δεν φοβάται να τον δει ολόγυμνο η μάνα του…ούτε η μάνα του τρομάζει…όμως δεν υπάρχει λόγος, τελεία και παύλα.
Τώρα που το λες, θυμήθηκα, ναι! Η λεοντοκεφαλή είναι γοργόνειον και τρομάζει τα άλλα τέρατα! Είναι σαν το κομμένο κεφάλι της Μέδουσας, είναι σαν κάθε κομμένο κεφάλι! Φρικάρουν όλοι που το βλέπουν και χέζονται πάνω τους κι αποστρέφουν το βλέμμα όπως η γυναίκα του Λωτ στα Σόδομα που έγινε στήλη άλατος, αυτό είναι! Βάλε και το ρόπαλο, θα πρέπει γενικώς να μην ήταν ιδιαίτερα ευχάριστο θέαμα να τον βλέπεις να πλησιάζει, ξεβράκωτος και βρωμερός, μες στην τρίχα και τη γενειάδα, καπάκι με τ’ αγριόδοντα του λιονταριού στεφάνι στην αγριόφατσά του και με διάφορα κρόταλα να βροντάνε αριστερά και δεξιά! Θα πρέπει να κοβόταν το γάλα στις λεχώνες! Θα πρέπει να σου κοβόταν η διάθεση να φυτρώσεις και άλλα κεφάλια μέσα στη λιμνούλα σου! Θα πρέπει να σου έφευγε η γη από τους ώμους, άν ήσουν-λέμε τώρα- ο Άτλαντας! Όσο για την κόπρον του Αυγείου, μάλλον θα δημιουργήθηκε από φόβο τη στιγμή ακριβώς της εμφανίσεως του εν λόγω παιδοβούβαλου! Χα χα! Πού να ξεπλυθεί η κόπρος; Ο τύπος έπιανε τον Αλιάκμονα και με δυο απλές κινήσεις μετέστρεφε τη ροή του! Που για να το κατορθώσει σήμερα αυτό ένα μεγάλο τεχνικό γραφείο χρειάζεται ένα επιτελείο διακοσίων Αλβανών και Πακιστανών, βάλε τους σχεδιαστές, τους αρχιτέκτονες, τις άδειες του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις διαμαρτυρίες των αρχαιολόγων…Μιλάμε για συνοπτικές διαδικασίες με γνώμονα την απόλυτη, ανεπεξέργαστη βία, σε στυλ Γόρδιος Δεσμός: Δεν θέλεις να εξωκείλεις, ποταμέ; Θα σε εξωκείλω εγώ! Κι όλα αυτά με την απόλυτη συγκατάθεση της επίγειας εξουσίας, την οποία υπηρετούσε το τερατάκι. Ε, να μην του επιτρέψει ο Ευρυσθέας, στην απόλυτη γύμνια του, να φέρει ως αιγίδα, αντί για το γνωστό κατσικοτόμαρο, ολόκληρο το δέρας του καταπτοηθέντος και δαρέντος, ηττηθέντος, ευτελισμένου, κατά κράτος υποταγμένου, εξορισμένου, δια παντός σιωπήσαντος και τελικώς κεκαρμένου λέοντος; Ήθελε να μεγαλώσει μια ώρα αρχύτερα, ο βλάκας. Κι εμείς που μεγαλώσαμε τι καταλάβαμε; «Τι θα πει κεκαρμένου»;«Δεν μεγαλώσαμε»; Τι θέλεις να πεις; «Θα είμαι πάντα το μωρό σου»; Άσε ρε μάνα, άσε τώρα…
…Να πηγαίνω τώρα. Η Πλατεία Συντάγματος θα έχει γεμίσει. Έχουμε λαϊκή συνέλευση το βράδυ, τώρα το πρωί θα μουντζώνουμε το Κοινοβούλιο, ναι, ναι, το Κοινοβούλιο. Γιατί το Κοινοβούλιο τα φταίει όλα, γι’αυτό. Που κάθονται εκεί μέσα οι χαραμοφάηδες και ο κόσμος πεινάει έξω, σαν Μαρίες Αντουανέττες και λένε «να φάει παντεσπάνι» και σκασίλα τους με τα βουλευτικά αξιώματα και τη βουλευτική ασυλία. Θα τα δουν όλα, στο ορκίζομαι ρε μάνα, θα τα δουν όλα! Λένε πως άνοιξαν σήραγγα που περνάει κάτω από την Πλατεία Συντάγματος και βγαίνει κάπου στην Καπνικαρέα. Λένε πως υπήρχε από παλιά αυτό το τούνελ γιατί πάντα ο λαός ήταν δυσαρεστημένος και ζητούσε να τους διώξει όλους, και τους προκατόχους τους, απλά θέλει διάνοιξη για να χρησιμοποιηθεί και πάλι, κοίτα τους γελοίους που μαγειρεύουν να το βάλουν στα πόδια, γιατί φωνή λαού οργή Θεού και το ξέρουν! Νέες μορφές διαχείρισης γεννιούνται πια, μητέρα, είμαστε on line και με τους επαναστάτες στη Λατινική Αμερική και τους βλέπουμε και τους μιλάμε κάθε βράδυ στο Σκάιπ…αλήθεια σου λέω, ζούμε ιστορικές στιγμές! Έχω και μάσκα αγοράσει, για τα δακρυγόνα, είναι πολύ αστεία, σαν μουτσούνα, μοιάζω με πολεμιστή στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, είναι όμως ειδικά κατασκευασμένη για τα χημικά. Αυτοί έχουν ξεφύγει τελείως, δεν φτάνει που μας ραντίζουν όλη μέρα, μόνο χρησιμοποιούν και ληγμένα χημικά, θα μας πεθάνουν όλους μια ώρα αρχύτερα…
…Θα προσέχω, μαμά, μην ανησυχείς, τόσος κόσμος είναι εκεί, κοίτα εσύ την κουζίνα σου και μη σε νοιάζει, είμαστε όλοι οι άνεργοι εκεί στα αντίσκηνα και είμαστε και οργανωμένοι. «Είμαστε ανώριμοι»; Τι εννοείς ανώριμοι; Μια νέα περίοδος πολιτικής ωριμότητας γεννιέται, σου απαντώ και σε αποστομώνω! Τι; «Δεν ήρθε η ώρα να αποστομώσω τη μάνα μου»; Και πότε θάρθει αυτή η ώρα; Ξέρεις, το Μάη του ’68 οι νέοι στους δρόμους δεν τά ‘βαζαν μόνο με το πολιτικό κατεστημένο, τά ‘βαζαν με κάθε μορφή εξουσίας, τον εργοδότη, τον καθηγητή πανεπιστημίου, τον πατέρα εξουσιαστή, με όλους όσοι έλεγαν μη αυτό και μη εκείνο! Μη ντύνεστε με τζιν, μην κάθεστε με ανοιχτά τα πόδια, μη μένετε αξύριστοι, μην καπνίζετε στο δρόμο, μην καπνίζετε μαύρη, μην αργείτε στα μαθήματά σας, μην αργείτε στη δουλειά, μην αντιμιλάτε στο αφεντικό, μην σπαταλάτε τα λεφτά σας, μην πίνετε αλκοόλ, μην κάνετε παρτούζες μη γαμάτε τις μαροκινές, μη γαμιέστε οι ίδιοι! Μη, μη, μη, όλο μη! Μην αγγίζετε τον πούτσο σας, μην τον παίζετε, ε άντε και στο διάολο πια! Τέρμα τα μη! Μπάτσοι, γουρούνια, δο- λο- φό- νοι! Μπάτσοι, γουρούνια, δο-λο-φό-νοι! Σταμάτα τα μη ρε μάνα, σταμάτα τα πια! Τι μου κατέβηκες κι εσύ γριά γυναίκα στην Πλατεία και πήγες μπροστά μπροστά στους μπάτσους κι άρχισες να τους λες με το έτσι θέλω μαλακίες; Αυτοί νομίζεις κατάλαβαν τώρα; Μ’αυτό το πλευρό να κοιμάσαι! Που πήγες και τους έλεγες «εσύ μάνα δεν έχεις;» και μετά δεν σούφτανε που σε έγραφαν στα παλιά τους τα παπούτσια, μόνο πήγαινες εκεί κοντά-κοντά κι έσκυβες το κεφάλι να τον κοιτάξεις τον τύπο στα μάτια. Σε κοίταγε κι αυτός μέσα από τη στολή ο άμοιρος και τον λυπόταν η καρδιά σου όταν σε άκουγε να του λες: «Εσύ είσαι γιος μου ρε, γιος μου! Κατάλαβες; Κι εγώ είμαι μάνα σου! Θα σήκωνες ποτέ χέρι στη μάνα σου;» Πού να σηκώσει χέρι μετά; Του κοβόταν η στύση για την επόμενη βδομάδα! Έρχονταν όλες οι απαγορεύσεις στο κεφάλι του σαν κινηματογραφική ταινία, το μη αυτό και μη εκείνο, μην τρως με τα χέρια, άντε πλύνε τα χέρια σου, μην αντιμιλάς στη μαμά, και «αντράκι μου, αντράκι μου» να τον χορεύεις και να επιδεικνύεις το λιλιπούτειο πέος του στα διπλανά τραπέζια όλο υποσχέσεις για μιαν αξιοπρεπή εξέλιξη στο μέλλον! Και του ‘ρχονταν οι εικόνες με τις μύγες στα υπολείμματα καρπουζιού του μεσημεριανού φαγητού κι ο καλοκαιρινός ύπνος κάτω από τα σεντόνια τα ελεγχόμενα και αποστειρωμένα χωρίς τη δυνατότητα εκσπερμάτισης, γιατί η μανούλα το απαγόρευε! Έχω άδικο; Ε; Μας γάμησες τη ζωή, το ξέρεις; Μας τη γάμησες για τα καλά! Κι εμένα, και του μπάτσου, κι άς μην είμαστε από την ίδια μάνα! Γιατί από πού κι ως πού αδέλφια εγώ κι ο μπάτσος, ε; Γιατί κι αυτήν τη μαλακία την είπες, το θυμάμαι! Χωρίς να ρωτήσεις τη δικιά του τη μάνα αν συμφωνεί, γύρισες και μ’ έδειξες στον ροπαλοφόρο και του είπες «να ρε, αυτός είναι αδελφός σου! Θα σηκώσεις χέρι στον αδελφό σου άνανδρε;» Κόκαλο ο μπάτσος, κι εγώ ήθελα ν’ανοίξει η γη να με καταπιεί! Η συνωμοσία των μανάδων! Ούτε να παίξουμε τους κλέφτες και τους αστυνόμους δεν μας αφήνετε, για να μη γραντζουνίσουμε το γόνατό μας, και πώς η μανούλα θα τρέχει μετά να φέρει μπαμπάκι και μερκουροκρόμ; Άσε με, μην με τραβάς, πρέπει να φύγω, όχι δεν σε φιλάω, σε βρίζω τώρα, το καταλαβαίνεις;
….Αει σιχτίρ, τόσες απαγορεύσεις, τόσες απαγορεύσεις, που μπαίνει κανείς στο στίβο της ζωής με σηκωμένες τις τρίχες της κεφαλής του! Ναι, νάτο, νάτο, το κατάλαβα πια, βρήκα την απάντηση! Αυτό έπαθε και ο Ηρακλής! Του τα πρήξατε με τους άθλους, και ήλθαν και σηκώθηκαν όρθια τα μαλλιά και τα γένια του, το δέρμα της χήνας είχε ο άνθρωπος! Δεν προλάβαινε να συνέλθει από τη μια φρίκη και του ερχόταν και η άλλη! Δεν είχε άλλη επιλογή, γιατί αλλιώς θα τον έσκιζε ο Ευρυσθέας! Κι όπως τον είδαν να πλησιάζει, ανατριχιασμένος και μ’ όλο αυτό το στεφάνι μαλλιά ολόρθο γύρω από το πρόσωπό του, και τα γένεια όρθια κι αυτά από τη φρίκη, τους φάνηκε…ναι, αυτό είναι! Καποιανού του φάνηκε πως «τα κατάφερε», λέει, «τελικά, να το σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας» και να τη φορέσει καπέλο την κάρα του στο κεφάλι. Και το διέδωσε, ράδιο αρβύλα, ά, ρε Ηρακλή ταλαίπωρε! Στην ουσία ποτέ δεν τα κατάφερες, και ούτε τα δυο φιδάκια στην κούνια σου κατάφερες ποτέ να τα πνίξεις, γιατί σε είχε ευνουχίσει η μάνα σου η Αλκμήνη όπως ήσουν μπασταρδάκι του Δία και μόνο προβλήματα της προκαλούσες, και σούβαλε τα φίδια να σε ξεπαστρέψουν μιαν ώρα αρχύτερα, αλλά μετά το ξανασκέφτηκε και σε άφησε να ζήσεις. Για να σε ταλαιπωρεί μια ζωή το έκανε, γι’αυτό! Τώρα τα καταλαβαίνω όλα, μάνα! Τώρα τα καταλαβαίνω όλα! Θέλεις να μου βγάλεις το λάδι! Γι΄αυτό όλα αυτά τα μη! Άει παράτα μας ρε μάνα και κάτσε με τις κατσαρόλες σου! Σε πληγώνουν αυτά που λέω, ε; Χα χαααα, γι’αυτό τα λέω ρε, για να σε πληγώσω, γιατί μου έχεις κάνει τον βίο αβίωτο! Και δουλειά που ψάχνω να βρω για πάρτη σου την ψάχνω! Για να μη λες «ο χαραμοφάης» κι «ο χαραμοφάης που είναι τριάντα τόσο και κάθεται όλη μέρα και τον νταντεύω»!Με έχεις κάνει ρεζίλι σε όλη τη γειτονιά, ναι, ναι, δεν έχω μούτρα να βγω στον δρόμο! Γι’αυτό κι εγώ θα φορέσω τη μάσκα μου, σαν λεοντή, και θα πάω να βρίσω τους μπάτσους με τα κράνη-λεοντοκεφαλές έξω από το Κοινοβούλιο…με σηκωμένα τα μαλλιά μας από τη φρίκη, εγώ, κι ο Ηρακλής, και όλοι οι Λάκωνες μαζί…
Ετικέτες
κλινικές προσεγγίσεις
Σάββατο, Σεπτέμβριος 24, 2011
Μοσχαροκεφαλή
Μοσχαροκεφαλή
Ο Τζάκι είναι ένας μοναχικός νέος γύρω στα 30, που εργάζεται στη φάρμα με αγελάδες του θείου του. Μια μέρα, ένας αδίστακτος κτηνίατρος τον προσεγγίζει για να συνάψουν μία ύποπτη συμφωνία σχετική με τη χρήση απαγορευμένων ορμονών και τοξίνων στα ζώα. Η δολοφονία ενός αστυνομικού και η αναπάντεχη συνάντηση του Τζάκι με έναν άνδρα από το σκοτεινό παρελθόν του θα πυροδοτήσουν μία αλληλουχία εξελίξεων με συνέπειες που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Το εκρηκτικό ντεμπούτο του Βέλγου σκηνοθέτη Μίκαελ Ρόσκαμ είναι μία εντυπωσιακή ιστορία, αφιερωμένη στην εκδίκηση, τον αγώνα για τη σωτηρία και το αναπόφευκτο της μοίρας, όπως παρουσιάζεται μέσα από τη συγκλονιστική ερμηνεία του ανερχόμενου Ματίας Σχούναρτς. Ενα δράμα βίαιο, με πολύπλοκη αφήγηση και εκλεκτές σφήνες μαύρου χιούμορ αλά «Αποστολή στην Μπριζ», το «Bullhead» φέρνει στα ρουθούνια τη μυρωδιά της τεστοστερόνης – και της καμένης γης που αφήνει στο πέρασμά του.
Bullhead - Μοσχαροκεφαλή by NyxtesPremieras
Εναλλακτικοί τίτλοι: Bullhead / Runskop
Σκηνοθεσία: Michael R. Roskam
Σενάριο: Michael R. Roskam
Φωτογραφία: Nicolas Karakatsanis
Μουσική: Raf Keunen
Μοντάζ: Alain Dessauvage
Ηθοποιοί: Matthias Schoenaerts, Jeroen Perceval, Jeanne Dandoy, Barbara Sarafian
Χώρα Παραγωγής: Βέλγιο
Έτος Παραγωγής: 2011
Διάρκεια: 120'
Γλώσσα: Ολλανδικά, Γαλλικά
Ετικέτες
κινηματογράφος
Το Χάρβαρντ στρέφει το βλέμμα στον νεοελληνικό πολιτισμό
Κρημνιώτη Π. (από την ΑΥΓΗ)
Μια αισιόδοξη προοπτική για την προβολή του πολιτισμού μας και ειδικά της παραγνωρισμένης στον υπόλοιπο κόσμο πνευματικής μας παραγωγής των νεότερων χρόνων ανοίγεται με την πρωτοβουλία της θέσπισης Διεθνούς Βραβείου Ελληνικού Πολιτισμού. Πόσο μάλλον όταν αυτή προέρχεται από ένα από τα μεγαλύτερα και εγκυρότερα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, και την έδρα Νεοελληνικών Σπουδών του "Σεφέρης", η οποία συστρατεύει σ' αυτό τον σκοπό διανοητές και ερευνητές εξαιρετικού διαμετρήματος στο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών.
"Η εικόνα της χώρας μας έχει τρωθεί όσο ποτέ στο εξωτερικό με βδελυρή δυσφήμηση. Καταφέραμε, μετά από μεγάλες προσπάθειες μιας ομάδας ερευνητών καθηγητών και διανοούμενων, που χρονολογούνται από το 2010, να στρέψει το Χάρβαρντ την προσοχή του στον ελληνικό πολιτισμό. Θέλαμε να αντιδράσουμε στη διάσπαση του κοινωνικοπολιτικού ιστού της χώρας. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε όσο γίνεται την κατάσταση, επειδή πιστεύουμε ότι δεν είναι η κατάλληλη ώρα να είμαστε απαισιόδοξοι. Ο πολιτισμός και η ελληνική τέχνη μπορούν να προσφέρουν πολλά. Μπορεί στην οικονομία να μην πηγαίνουμε καλά, αλλά υπάρχουν σημαντικοί τομείς που πρέπει να προβάλλουμε. Πρέπει να διεθνοποιήσουμε τα ελληνικά γράμματα, αναδεικνύοντας και τα παγκόσμια επιτεύγματα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού. Μας ενδιαφέρουν ειδικά οι νέοι" έλεγε χαρακτηριστικά ο καθηγητής του Χάρβαρντ Δημήτρης Γιατρομανωλάκης, ο οποίος μαζί με τον ομόλογό του Παναγιώτη Ροϊλό παρουσίασαν χθες το μεσημέρι τον νεοσύστατο αλλά σημαντικότατο αυτό θεσμό.
Το Διεθνές Βραβείο θα απονέμεται σε ετήσια βάση και περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες, το Βραβείο Ποίησης της Έδρας Σεφέρη του Χάρβαρντ, το Βραβείο Πεζογραφίας και το Βραβείο Κριτικού Δοκιμίου - Επιστημονικής Μελέτης, τα οποία θα απονέμονται κατόπιν διαγωνισμού ή τιμής ένεκεν. Επιλογές από το έργο των βραβευθέντων θα δημοσιεύονται στην περίφημη Harvard Early Modern and Modern Greek Library ανα τρία χρόνια μετά την έγκρισή τους από τους διευθυντές Δ. Γιατρομανωλάκη και Π. Ροϊλό και τη Συμβουλευτική Επιτροπή της.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τη Βιβλιοθήκη κυκλοφορεί η "μοναδική διεθνώς σειρά" για τη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική γραμματεία από τον 11ο αι. και τον Μιχαήλ Γλύκα ώς τον 21ο αιώνα. Παράλληλα έχουν ήδη κυκλφορήσει τα 154 ποιήματα του Καβάφη σε μετάφραση και επιμέλεια Τζωρτζ Τσιόλις, ενώ αναμένονται τρεις τόμοι με επιλεγμένα ποιήματα των Ο. Ελύτη, Ν. Εγγονόπουλου και Χ. Λιοντάκη σε μετάφραση Daivid Conolly.
Σ' αυτή τη "δύσκολη στιγμή για τις ελληνικές σπουδές", στην ιδέα αυτή του "μοναδικού στο είδος του βραβείου που προέρχεται από πανεπιστημιακό ίδρυμα του διαμετρήματος του Χάρβαρντ" ενώνουν τη γνώση και το κύρος τους ελληνιστές, ερευνητές και νομπελίστες και "συμβάλλουν στην ανάδειξη και την καταξίωση των βραβευμένων έργων και των δημιουργών τους". Η ανάγνωση και μόνο των ονομάτων που συνθέτουν την κριτική επιτροπή, μέλη όλοι τους του Χάρβαρντ, πιστοποιεί το μέγεθος του εγχειρήματος. Ανάμεσά τους ο νομπελίστας Λογοτεχνίας, ομ. καθηγητής δημιουργικής Σέιμους Χίνι, η Ελεν Βέντλερ, πρώην πρόεδρος των βραβείων Πούλιτζερ και μέλος των Συμβουλευτικών Επιτροπών για το Βραβείο Νόμπελ, ο Χον Σόουσι, πρόεδρος της Εταιρείας Συγκριτικής Λογοτεχνίας των ΗΠΑ, ο Όμι Μπάμπα, από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς της Λογοτεχνίας στον κόσμο, ο νεοελληνιστής Ζακ Μπουσάρ κ.ά.
Οι εννέα επικρατέστεροι υποψήφιοι, τρεις για κάθε κατηγορία, θα ανακοινώνεται στα μέσα Νοεμβρίου κάθε έτους. Φέτος η υποβολή υποψηφιοτήτων λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου και γίνεται στον πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής, καθηγητή Δημήτριο Γιατρομανωλάκη (Department of the Classics/ 204 Boylston Hall/ Harvard Yard/ Harvard University/ Cambridge, Massachusetts 02138/ USA). H τελετή απονομής θα γίνει τον Δεκέμβριο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, πιθανώς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η επιλογή των υποψηφίων γίνεται με βάση την αρχή της μη διάκρισης (φυλής, φύλου, εθνικότητας, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων), ενώ βασική προϋπόθεση για την υποβολή υποψηφιότητας στις κατηγορίες της ποίησης και της πεζογραφίας είναι το έργο να είναι γραμμένο στην ελληνική. Για την κατηγορία του κριτικού δοκιμίου - επιστημονικής μελέτης είναι να είναι γραμμένο το έργο στην ελληνική, αγγλική, γαλλική, ισπανική ή ιταλική και να αφορά τον ελληνικό πολιτισμό.
Ιδιαίτερα σημαντική για τον νέο ελληνικό πολιτισμό η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, ιδιαίτερα τονωτική ωστόσο και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, οι οποίες κατά τον κ. Γιατρομανωλάκη "περνούν μια σημαντική κρίση που έχει να κάνει με αυτό που ονομάζω νεομεσαιωνικό μεταμοντερνισμό" και κατά τον κ. Ροϊλό είναι "σημαντικό να αρχίσουν να δημιουργούνται διεπιστημονικές ομάδες από τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες οι οποίες μπορούν να κάνουν πολλά, και φυσικά αντίσταση".
Κρημνιώτη Π.
Μια αισιόδοξη προοπτική για την προβολή του πολιτισμού μας και ειδικά της παραγνωρισμένης στον υπόλοιπο κόσμο πνευματικής μας παραγωγής των νεότερων χρόνων ανοίγεται με την πρωτοβουλία της θέσπισης Διεθνούς Βραβείου Ελληνικού Πολιτισμού. Πόσο μάλλον όταν αυτή προέρχεται από ένα από τα μεγαλύτερα και εγκυρότερα πανεπιστημιακά ιδρύματα του κόσμου, το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, και την έδρα Νεοελληνικών Σπουδών του "Σεφέρης", η οποία συστρατεύει σ' αυτό τον σκοπό διανοητές και ερευνητές εξαιρετικού διαμετρήματος στο πεδίο των ανθρωπιστικών σπουδών.
"Η εικόνα της χώρας μας έχει τρωθεί όσο ποτέ στο εξωτερικό με βδελυρή δυσφήμηση. Καταφέραμε, μετά από μεγάλες προσπάθειες μιας ομάδας ερευνητών καθηγητών και διανοούμενων, που χρονολογούνται από το 2010, να στρέψει το Χάρβαρντ την προσοχή του στον ελληνικό πολιτισμό. Θέλαμε να αντιδράσουμε στη διάσπαση του κοινωνικοπολιτικού ιστού της χώρας. Προσπαθούμε να βοηθήσουμε όσο γίνεται την κατάσταση, επειδή πιστεύουμε ότι δεν είναι η κατάλληλη ώρα να είμαστε απαισιόδοξοι. Ο πολιτισμός και η ελληνική τέχνη μπορούν να προσφέρουν πολλά. Μπορεί στην οικονομία να μην πηγαίνουμε καλά, αλλά υπάρχουν σημαντικοί τομείς που πρέπει να προβάλλουμε. Πρέπει να διεθνοποιήσουμε τα ελληνικά γράμματα, αναδεικνύοντας και τα παγκόσμια επιτεύγματα του νεότερου ελληνικού πολιτισμού. Μας ενδιαφέρουν ειδικά οι νέοι" έλεγε χαρακτηριστικά ο καθηγητής του Χάρβαρντ Δημήτρης Γιατρομανωλάκης, ο οποίος μαζί με τον ομόλογό του Παναγιώτη Ροϊλό παρουσίασαν χθες το μεσημέρι τον νεοσύστατο αλλά σημαντικότατο αυτό θεσμό.
Το Διεθνές Βραβείο θα απονέμεται σε ετήσια βάση και περιλαμβάνει τρεις κατηγορίες, το Βραβείο Ποίησης της Έδρας Σεφέρη του Χάρβαρντ, το Βραβείο Πεζογραφίας και το Βραβείο Κριτικού Δοκιμίου - Επιστημονικής Μελέτης, τα οποία θα απονέμονται κατόπιν διαγωνισμού ή τιμής ένεκεν. Επιλογές από το έργο των βραβευθέντων θα δημοσιεύονται στην περίφημη Harvard Early Modern and Modern Greek Library ανα τρία χρόνια μετά την έγκρισή τους από τους διευθυντές Δ. Γιατρομανωλάκη και Π. Ροϊλό και τη Συμβουλευτική Επιτροπή της.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τη Βιβλιοθήκη κυκλοφορεί η "μοναδική διεθνώς σειρά" για τη μεσαιωνική και νεότερη ελληνική γραμματεία από τον 11ο αι. και τον Μιχαήλ Γλύκα ώς τον 21ο αιώνα. Παράλληλα έχουν ήδη κυκλφορήσει τα 154 ποιήματα του Καβάφη σε μετάφραση και επιμέλεια Τζωρτζ Τσιόλις, ενώ αναμένονται τρεις τόμοι με επιλεγμένα ποιήματα των Ο. Ελύτη, Ν. Εγγονόπουλου και Χ. Λιοντάκη σε μετάφραση Daivid Conolly.
Σ' αυτή τη "δύσκολη στιγμή για τις ελληνικές σπουδές", στην ιδέα αυτή του "μοναδικού στο είδος του βραβείου που προέρχεται από πανεπιστημιακό ίδρυμα του διαμετρήματος του Χάρβαρντ" ενώνουν τη γνώση και το κύρος τους ελληνιστές, ερευνητές και νομπελίστες και "συμβάλλουν στην ανάδειξη και την καταξίωση των βραβευμένων έργων και των δημιουργών τους". Η ανάγνωση και μόνο των ονομάτων που συνθέτουν την κριτική επιτροπή, μέλη όλοι τους του Χάρβαρντ, πιστοποιεί το μέγεθος του εγχειρήματος. Ανάμεσά τους ο νομπελίστας Λογοτεχνίας, ομ. καθηγητής δημιουργικής Σέιμους Χίνι, η Ελεν Βέντλερ, πρώην πρόεδρος των βραβείων Πούλιτζερ και μέλος των Συμβουλευτικών Επιτροπών για το Βραβείο Νόμπελ, ο Χον Σόουσι, πρόεδρος της Εταιρείας Συγκριτικής Λογοτεχνίας των ΗΠΑ, ο Όμι Μπάμπα, από τους πιο σημαντικούς θεωρητικούς της Λογοτεχνίας στον κόσμο, ο νεοελληνιστής Ζακ Μπουσάρ κ.ά.
Οι εννέα επικρατέστεροι υποψήφιοι, τρεις για κάθε κατηγορία, θα ανακοινώνεται στα μέσα Νοεμβρίου κάθε έτους. Φέτος η υποβολή υποψηφιοτήτων λήγει στις 30 Σεπτεμβρίου και γίνεται στον πρόεδρο της Κριτικής Επιτροπής, καθηγητή Δημήτριο Γιατρομανωλάκη (Department of the Classics/ 204 Boylston Hall/ Harvard Yard/ Harvard University/ Cambridge, Massachusetts 02138/ USA). H τελετή απονομής θα γίνει τον Δεκέμβριο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, πιθανώς από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Η επιλογή των υποψηφίων γίνεται με βάση την αρχή της μη διάκρισης (φυλής, φύλου, εθνικότητας, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων), ενώ βασική προϋπόθεση για την υποβολή υποψηφιότητας στις κατηγορίες της ποίησης και της πεζογραφίας είναι το έργο να είναι γραμμένο στην ελληνική. Για την κατηγορία του κριτικού δοκιμίου - επιστημονικής μελέτης είναι να είναι γραμμένο το έργο στην ελληνική, αγγλική, γαλλική, ισπανική ή ιταλική και να αφορά τον ελληνικό πολιτισμό.
Ιδιαίτερα σημαντική για τον νέο ελληνικό πολιτισμό η συγκεκριμένη πρωτοβουλία, ιδιαίτερα τονωτική ωστόσο και για τις ανθρωπιστικές επιστήμες, οι οποίες κατά τον κ. Γιατρομανωλάκη "περνούν μια σημαντική κρίση που έχει να κάνει με αυτό που ονομάζω νεομεσαιωνικό μεταμοντερνισμό" και κατά τον κ. Ροϊλό είναι "σημαντικό να αρχίσουν να δημιουργούνται διεπιστημονικές ομάδες από τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες οι οποίες μπορούν να κάνουν πολλά, και φυσικά αντίσταση".
Κρημνιώτη Π.
Ετικέτες
πολιτισμός
Πέμπτη, Σεπτέμβριος 15, 2011
Ο "Ηρακλής Μαινόμενος" του Μαρμαρινού
“Φιλοκτήτης, Ἡρακλῆς, Ὀδυσσέας. Ἥρωες, θύματα, θεοί καί ἄνθρωποι.Πρόσωπα συμπαγή, ἀπόλυτα πεπεισμένα πώς καθένα ἔχει τό δίκιο μέ τό μέρος του, πάντα πρόθυμα νά ἐπαναληφθοῦν καί νά ἐπαναλάβουν τά λάθη τους. Ἄνθρωποι ὀχυρωμένοι πίσω ἀπ' τόν οἶκτο γιά τόν ἴδιο τόν ἑαυτό τους. Σπατάλησαν μιά ὁλόκληρη ζωή, καμαρώνοντας γιά ὅσα ὑπέφεραν καί τώρα περιφέρουν τίς παλιές πληγές τους σάν παράσημα...”
Σήμους Χήνυ , “The Cure at Troy”.
Μια άρτια παράσταση. Μια ελεύθερη απόδοση του κειμένου με αριστοφανικές παρεκβάσεις,με τον Ηρακλή να μεταμορφώνεται σε Άγγελο και τη διονυσιακή μανία να μεταστοιχειώνεται σε θεατρικό εφεύρημα αφαιρετικό και συνάμα συγκλονιστικό. Μια άψογη (και ξεχωριστή) ερμηνεία της Καρυοφιλιάς Καραμπέτη, στον ρόλο της Μεγάρας. Μια εντυπωσιακή, σπαρακτική ερμηνεία του Μηνά Χατζησάββα, στον ρόλο του Αμφιτρύωνα. Μια εξαιρετική- και ζωντανή- μουσική παρουσία του Χορού.Μια πρωτοποριακή εμφάνιση της Λύσσας και της Ίριδας.Μοναδικά κοστούμια και σκηνικά. Μια αισθητική παρέμβαση που χρόνια είχαμε να δούμε, παρμένη από τις παραστάσεις του θεάτρου σκιών, από τη νεοελληνική εικαστική παράδοση, από τον υπερρεαλισμό και από το θέατρο δρόμου. Ελάχιστα τρωτά σημεία (όπως η μετριώτατη εμφάνιση του Αθερίδη), σε μια τολμηρή επικαιροποίηση του "Ηρακλή Μαινόμενου" του Ευριπίδη, όπου το συλλογικό ασυνείδητο περιμένει παθητικά την εμφάνιση του Δαίμονος για ν΄αποκατασταθούν τα κακώς κείμενα και να εξανθρωπισθεί η κτηνωδία της εξουσίας. Ο Χορός κρυφακούει τη σφαγή του τύραννου Λύκου, στη μοναδικής έμπνευσης λυρική απόδοση του Μαρμαρινού. Ένας θεατρικός θρίαμβος, που αποκωδικοποιεί τη σύγκρουση Φύσης και Πολιτισμού υπαινισσόμενη το σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό δράμα του τόπου. Βλέποντας τον Καραθάνο σκέφτηκα πως ίσως ο Ηρακλής να είναι η αλληγορία του Καρλ Μαρξ...
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας σε συνεργασία με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός Σκηνικά Ελένη Μανωλοπούλου Κοστούμια Κέννυ Μακ Λέλλαν Επιμέλεια κίνησης – Χορογραφία Κωνσταντίνος Ρήγος Μουσική Δημήτρης Καμαρωτός Φωτισμοί Thomas Walgrave
Ερμηνεύουν: Νίκος Καραθάνος Καρυοφυλλιά Καραμπέτη Μηνάς Χατζησάββας Θοδωρής Αθερίδης Γιάννης Βογιατζής Στεφανία Γουλιώτη Θεοδώρα Τζήμου Γιώργος Γάλλος Χάρης Τσιτσάκης Γιώργος Μπινιάρης Γιώργος Ζιόβας Αργύρης Πανταζάρας Γιάννης Παπαδόπουλος Προκόπης Αγαθοκλέους Αλέξανδρος Μαυρόπουλος Κώστας Κοράκης Kωνσταντίνος Ασπιώτης Γιούλα Μπούνταλη Δημήτρης Μακαλιάς Ντένης Μακρής
http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=414001
Σήμους Χήνυ , “The Cure at Troy”.
Μια άρτια παράσταση. Μια ελεύθερη απόδοση του κειμένου με αριστοφανικές παρεκβάσεις,με τον Ηρακλή να μεταμορφώνεται σε Άγγελο και τη διονυσιακή μανία να μεταστοιχειώνεται σε θεατρικό εφεύρημα αφαιρετικό και συνάμα συγκλονιστικό. Μια άψογη (και ξεχωριστή) ερμηνεία της Καρυοφιλιάς Καραμπέτη, στον ρόλο της Μεγάρας. Μια εντυπωσιακή, σπαρακτική ερμηνεία του Μηνά Χατζησάββα, στον ρόλο του Αμφιτρύωνα. Μια εξαιρετική- και ζωντανή- μουσική παρουσία του Χορού.Μια πρωτοποριακή εμφάνιση της Λύσσας και της Ίριδας.Μοναδικά κοστούμια και σκηνικά. Μια αισθητική παρέμβαση που χρόνια είχαμε να δούμε, παρμένη από τις παραστάσεις του θεάτρου σκιών, από τη νεοελληνική εικαστική παράδοση, από τον υπερρεαλισμό και από το θέατρο δρόμου. Ελάχιστα τρωτά σημεία (όπως η μετριώτατη εμφάνιση του Αθερίδη), σε μια τολμηρή επικαιροποίηση του "Ηρακλή Μαινόμενου" του Ευριπίδη, όπου το συλλογικό ασυνείδητο περιμένει παθητικά την εμφάνιση του Δαίμονος για ν΄αποκατασταθούν τα κακώς κείμενα και να εξανθρωπισθεί η κτηνωδία της εξουσίας. Ο Χορός κρυφακούει τη σφαγή του τύραννου Λύκου, στη μοναδικής έμπνευσης λυρική απόδοση του Μαρμαρινού. Ένας θεατρικός θρίαμβος, που αποκωδικοποιεί τη σύγκρουση Φύσης και Πολιτισμού υπαινισσόμενη το σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό δράμα του τόπου. Βλέποντας τον Καραθάνο σκέφτηκα πως ίσως ο Ηρακλής να είναι η αλληγορία του Καρλ Μαρξ...
Μετάφραση Γιώργος Μπλάνας σε συνεργασία με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό Σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινός Σκηνικά Ελένη Μανωλοπούλου Κοστούμια Κέννυ Μακ Λέλλαν Επιμέλεια κίνησης – Χορογραφία Κωνσταντίνος Ρήγος Μουσική Δημήτρης Καμαρωτός Φωτισμοί Thomas Walgrave
Ερμηνεύουν: Νίκος Καραθάνος Καρυοφυλλιά Καραμπέτη Μηνάς Χατζησάββας Θοδωρής Αθερίδης Γιάννης Βογιατζής Στεφανία Γουλιώτη Θεοδώρα Τζήμου Γιώργος Γάλλος Χάρης Τσιτσάκης Γιώργος Μπινιάρης Γιώργος Ζιόβας Αργύρης Πανταζάρας Γιάννης Παπαδόπουλος Προκόπης Αγαθοκλέους Αλέξανδρος Μαυρόπουλος Κώστας Κοράκης Kωνσταντίνος Ασπιώτης Γιούλα Μπούνταλη Δημήτρης Μακαλιάς Ντένης Μακρής
http://www.tovima.gr/vimagazino/interviews/article/?aid=414001
Ετικέτες
θεατρο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


