Ο Μελέτης Ηλίας και ο Βασίλης Ανδρέου μέσα από τους ρόλους τους στο έργο του Μπύχνερ «Ο θάνατος του Δαντόν» ανακαλύπτουν αντιστοιχίες ανάμεσα στους δύο γάλλους επαναστάτες και σε διάφορους «επαναστάτες» τού σήμερα
Ο Μελέτης Ηλίας (αριστερά) και ο Βασίλης Ανδρέου μοιράζονται τους ρόλους του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου, αντιστοίχως, δύο αινιγματικών προσωπικοτήτων της Γαλλικής Επανάστασης που λειτούργησαν ως «μπούσουλες» και για τις επόμενες επαναστάσεις
Δύο αινιγματικές προσωπικότητες. Ο Δαντόν και ο Ροβεσπιέρος. Μία και μοναδική συνάντησή τους καταγράφεται στο θεατρικό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ «Ο θάνατος του Δαντόν», που κάνει πρεμιέρα την προσεχή Πέμπτη στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Μια σκηνή καταλυτική. Αμέσως μετά ο Ροβεσπιέρος λαμβάνει την καθοριστική απόφαση να βγάλει από τη μέση τον Δαντόν, επειδή είναι πλέον και αυτός εχθρός. Ο Δαντόν καρατομείται- την ίδια τύχη θα έχει, τρεις μήνες αργότερα, και ο Ροβεσπιέρος.
Δύο ηθοποιοί, ο Μελέτης Ηλίας και ο Βασίλης Ανδρέου, ανέλαβαν αντιστοίχως τους ρόλους του Δαντόν και του Ροβεσπιέρου και μαζί με τους ήρωές τους μοιράστηκαν σκέψεις για την επανάσταση του χθες και του σήμερα, για τις επαναστάσεις όλων των εποχών. Την Επανάσταση άλλωστε υποδύεται επί σκηνής μια γυναίκα, η Μαρία Ναυπλιώτου.
«Αν η Γαλλική Επανάσταση δεν έχει άμεση σχέση με το σήμερα, οι αξίες και τα ιδεώδη της έχουν» λέει ο «Δαντόν» Μελέτης Ηλίας. «Το πώς θα φτιάξουμε κάπως αλλιώς τον κόσμο, με ποιες αξίες και με ποιες ιδέες,και μάλιστα σε μια εποχή όπως αυτή που ζούμε σήμερα, με την κρίση να δεσπόζει και με έναν κόσμο που ζητεί να εμφανιστούν “όλοι αυτοί που πήραν τα λεφτά”,νομίζω ότι το έργο γίνεται εξαιρετικά σύγχρονο.Τότε ο κόσμος διψούσε για αίμα και ήθελε να δει ανθρώπους στην γκιλοτίνα:Ολο αυτό έχει άμεση σχέση με την εποχή μας. Ο κόσμος σήμερα θέλει να δει ανθρώπους να τιμωρούνται».
Αινιγματική φιγούρα που φαινομενικά μοιάζει να έχει παραιτηθεί απ΄ όλο αυτό, ο Δαντόν στο έργο του Μπύχνερ «δείχνει ότι η προσπάθεια που έχει κάνει δεν τον οδήγησε εκεί που ήθελε, εκεί που πίστευε.Γι΄ αυτό και έχει το θάρρος να αποσυρθεί και να θέσει το κεφάλι του στην γκιλοτίνα προς τη σωτηρία της κατάστασης και της χώρας. Δύσκολο να συμβεί κάτι αντίστοιχο σήμερα» παρατηρεί ο ίδιος. «Είναι σαν να λέει ότι όλο αυτό που ονειρευτήκαμε δεν έγινε και εγώ προσπαθώ να πείσω τους άλλους ότι κάναμε λάθος. Γι΄ αυτό και βάζει το ίδιο του το κεφάλι». Ο Βασίλης Ανδρέου ως Ροβεσπιέρος σκιαγραφεί τον ήρωά του με αντιφατικά στοιχεία: «Από τη μία είναι έτοιμος να πεθάνει και από την άλλη φοβάται στην ιδέα του θανάτου. Αν και προτιμά να πεθάνει με θάρρος και αξιοπρέπεια,νιώθει δειλία απέναντι στον θάνατο.Για μένα παραμένει αινιγματική φυσιογνωμία. Είναι πολύ πιο μπροστά από το δικό μας το μυαλό και τις δικές μας φιλοδοξίες.Θυμίζει αρχαία τραγωδία».
Ο Ροβεσπιέρος συνεχίζει τον αγώνα του μη πιστεύοντας ότι κάποιες αξίες είναι λανθασμένες. Αντιθέτως, πιστεύει ότι πρέπει να συνεχίσει να κυλάει το αίμα. Οι δυο τους ξεκίνησαν μαζί. Κάποτε ήταν φίλοι και για το καλό της Επανάστασης σκότωναν μαζί ανθρώπους. Τώρα άλλαξαν στρατόπεδα. Ο Ροβεσπιέρος είναι πολύ πιο ενεργός και δυναμικός, αν και ο Δαντόν τον βλέπει λίγο σαν καρικατούρα. «Εγώ κατάλαβα ότι αυτό που κάναμε μας άλλαξε και μας πήγε κάπου αλλού,κάπου που δεν περιμέναμε.Αν και ξεκινήσαμε για καλό, θεωρώ ότι τελικά μας πήγε λάθος» λέει ο Ανδρέου για τον Δαντόν: κατά τη διάρκεια του έργου γίνεται καυστικός απέναντι στον Ροβεσπιέρο, τον κοροϊδεύει, ενώ οι φίλοι του τού συνιστούν να τον παρακαλέσει για να σωθεί.
Από τους πρωτεργάτες της Γαλλικής Επανάστασης, ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος ήταν ανθρωπιστής και ιδεολόγος, ένας δικηγόρος που ανελίχθηκε και, όπως σχολιάζει ο Βασίλης Ανδρέου, «μια δύσκολη προσωπικότητα, ψυχαναγκαστική, δεσποτική, συγκεντρωτική,αποφασιστική.Είχε δεσμούς με όλους, ακόμη και με τον βασιλιά,και πρωτοστάτησε στο να καρατομηθεί ο Δαντόν.Οταν έπρεπε να μοιραστεί η πίτα,όπως συμβαίνει σε όλες τις επαναστάσεις,πήρε θέση και έγινε ο υπερασπιστής των κεκτημένων.Βρισκόμαστε στην τελευταία περίοδο της Επανάστασης (1789-1794), στην εποχή της εξουσίας. Τρεις μήνες μετά την εκτέλεση του Δαντόν, εκτελείται και ο Ροβεσπιέρος.Από τη μία ο Δαντόν είναι αποφασισμένος να μη συνεχίσει, από την άλλη ο Ροβεσπιέρος θέλει να φθάσει ως το τέλος.Παρακολουθούμε πώς τον σέρνουν σε αυτή την ψευτοδίκηκαι τελικά τον καρατομούν».
Στην κοινή τους σκηνή στο θεατρικό παρακολουθούμε τον Ροβεσπιέρο να ξεκινά με στόχο να φέρει πίσω τον Δαντόν στην Επανάσταση. «Από τη στιγμή όμως που αρνείται,βάζει στόχο να τον εξαφανίσει» λέει ο Βασίλης Ανδρέου. «Ο Δαντόν τον επισκέπτεται στο σπίτι του για να τον ξεμπροστιάσει.Οι υπόλοιπες σκηνές» συνεχίζει «είναι ομιλίες του Ροβεσπιέρου εναντίον του Δαντόν».
Ως προς τα βαθύτερα νοήματα ενός έργου που πραγματεύεται ένα ιστορικό γεγονός, ο ηθοποιός συμπληρώνει ότι «αυτά που άφησαν πίσω τους οι ήρωες της Επανάστασης επηρέασαν στη συνέχεια τον Στάλιν,τον Χίτλερ. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα εκμεταλλεύθηκαν τον Ροβεσπιέρο- ακόμη και η τρομοκρατία που ζούμε σήμερα είναι δικό του κατάλοιπο.Το δίπολο της επανάστασης,ιδεολόγοι και εξτρεμιστές,αυτό είναι το ζήτημα.Ως προς το σήμερα σαφώς είναι ελάχιστοι οι Δαντόν και περισσότεροι οι Ροβεσπιέροι.Ελάχιστοι έχουν τύψεις και ενοχές σήμερα».
Υπενθυμίζει ωστόσο ότι «μιλάμε για εκείνους που θέσπισαν τη λίστα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.Και είναι οι ίδιοι με αυτούς που σκότωναν τον λαό,όποιον θεωρούσαν εχθρό.Ο Δαντόν αναρωτιέται για τον Ροβεσπιέρο:“Είσαι ο αστυνόμος του ουρανού; Θέλεις να είμαστε όλοι διεφθαρμένοι για να φαίνεσαι εσύ καθαρός;”». Μια φράση που εξακολουθεί να σημαίνει πολλά και σήμερα.
Γραμμένος το 1835,«Ο θάνατος του Δαντόν» ήταν το πρώτο θεατρικό του Γερμανού Γκέοργκ Μπύχνερ: σε ηλικία 21 ετών,τότε,αντιμετώπιζε ήδη διώξεις για την επαναστατική δράση του.Το έργο ανέβηκε το 1902, ενώ η παράσταση που το καθιέρωσε ήταν εκείνη του Μαξ Ράινχαρντ το 1916.Το έχουν σκηνοθετήσει,μεταξύ άλλων,οι Τζόρτζιο Στρέλερ, Ζαν Βιλάρ,Ερβιν Πισκάτορ,Κλάους-Μίκαελ Γκρύμπερ,Κριστόφ Μαρτάλερ.Στην Ελλάδα ανέβηκε το 1933 από τον Φώτο Πολίτη στο Εθνικό.
«Ο θάνατος του Δαντόν» Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση,λεωφ. Συγγρού 107-109,τηλ.210 9005.800.
Πέμπτη 20.1.2011
Τετάρτη, Ιούνιος 01, 2011
Γιωργάκης και Γιωργάκια
( ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, ΑΠΟ ΤΟ 'Ποντίκι" )
"Όπου σταδιακά, καθώς προεγράφη, ο Γιώργος Παπανδρέου ξαναγίνεται Γιωργάκης ακολουθώντας τη μοίρα του προκατόχου του και πολιτικού του alter ego (από τα παιδικά παίγνια lego) Κωστάκη. Κι όπου πριν αλέκτορα φωνήσαι όλοι αυτοί οι γελοίοι υμνητές της πρωθυπουργικής υπεροχής είναι υποχρεωμένοι πάλι να ξανακαταπιούν τη μελίρρυτη, με το αζημίωτο, γλώσσα τους. Βέβαια ο ΓΑΠ είναι ό,τι ανέκαθεν ήταν: ένας φοβικός αντικοινωνικός άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων με προφανή την αδυναμία να πάρει έγκαιρα τις αναγκαίες αποφάσεις και με κατάδηλη εκφραστική-επικοινωνιακή υστέρηση. Στο μυαλό του Γιωργάκη τα προβλήματα είναι μπερδεμένα σαν τον γόρδιο δεσμό, αποκτούν τις διαστάσεις ενός μεταφυσικού κακού και έχουν ως κολλητική ουσία την πατροπαράδοτη αλαζονεία των Παπανδρέου. Οι συνεργάτες του Γιωργάκη γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο πρωθυπουργός συσκέπτεται μεν και μάλιστα με νευρωτικό, αγχωμένο τρόπο, αλλά δεν αποφασίζει. Παράλληλα ακούει ευλαβικά και αμίλητος τις στρατιές των συμβούλων του, αλλά δεν πραγματοποιεί καμία εισήγησή τους. Αυτό είναι το modus operandi του. Να συσκέπτεται αλλά να μην αποφασίζει, να αποφασίζει αλλά να μην εκτελεί, να εκτελεί αλλά να μετανιώνει και να ανακαλεί. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΓΑΠ εμπιστεύεται – όσο εμπιστεύεται – το πολύ στενό του πολίτ μπιρό, δυο-τρεις ανθρώπους του άμεσου προσωπικού του περιβάλλοντος, τους δύο αδελφούς του, ενώ περιφρονεί βαθύτατα το κοινοβουλευτικό ΠΑΣΟΚ αλλά και όλους τους συνεργάτες του πατέρα του. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι ο Γιωργάκης τρέφει σχεδόν υπερβατική πίστη στον αμερικανικό παράγοντα με τρόπο ώστε να καθίσταται συνειδητά ή ασυνείδητα πειθήνιο όργανό του. Έτσι με περισσή αθωότητα ο Παπανδρέου ο Γ’ εφαρμόζει πολιτικές που αντιστρατεύονται τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, ενώ για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» κυριαρχεί μαύρο σκοτάδι, δηλαδή οι «χειρισμοί» του Δρούτσα. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό πως οι εξ απορρήτων του πρωθυπουργού είναι νεαροί τεχνοκράτες χωρίς κοινοβουλευτική ή διοικητική πείρα, μαθητευόμενοι μάγοι, δηλαδή, που οφείλουν την αιφνίδια, κατακόρυφη άνοδό τους στην ανασφάλεια του ηγεμόνα τους. Σκεφτείτε: ο πιο ικανός υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι και ο πιο αποτυχημένος: ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Ένας άνθρωπος που θα διέπρεπε αν συνέχιζε να είναι κυβερνητικός εκπρόσωπος – ένα είδος Ρουσόπουλου του ΠΑΣΟΚ –, αλλά ως τσάρος της Οικονομίας ήταν προδιαγεγραμμένο πως θα τα θαλασσώσει. Βλέπετε, έχουν και οι επικοινωνιακές τακτικές τα όριά τους. Εκτός κι αν μερικοί ακόμα νομίζουν πως ικανός πολιτικός είναι αυτός που «γράφει» πιο ωραία από τον Πρετεντέρη και δεν τρέμει εμπρός στην Τρέμη.
Ο Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός από ένα πείσμα. Επειδή έτσι έπρεπε. Επειδή γι’ αυτό τον προετοίμαζε η μαμά του. Και γιατί βεβαίως ο ελληνικός λαός είναι βαθιά συντηρητικός με ναΐφ πολιτικά ανακλαστικά. Στην Ελλάδα ανέκαθεν λάτρευαν βασιλιάδες, δικτάτορες, εθνάρχες, αρχηγούς πάσης φύσεως, θεόσταλτους ηγέτες που θα πραγμάτωναν τα πεπρωμένα της φυλής. Κάποτε-κάποτε μεγέθη σαν του Βενιζέλου ή του Καραμανλή του πρεσβύτερου, κάποτε-κάποτε σαν του… Καρατζαφέρη. Εν πάση περιπτώσει ο Γιωργάκης εξελέγη ψευδόμενος, παρέλαβε την εξουσία μέσα σε υπνωτικό πανικό, διαλάλησε urbi et orbi την άθλια κατάστασή μας και μετά απορούσε γιατί μας εκμεταλλεύονται οι αισχροκερδείς αγορές. Κατέστησε τη χώρα πειραματόζωο της ευρύτερης, ευρωπαϊκής κρίσης, εξιλαστήριο θύμα του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν και βέβαια δεν είχε ούτε το σθένος ούτε την ψυχραιμία να διαπραγματευτεί εξαντλητικά, να λειτουργήσει πολιτικά, να συμπεριφερθεί ως πρωθυπουργός κι όχι ως εκ των προτέρων ηττημένος. Χωρίς μάλιστα να δώσει μάχη.
Αντί της μάχης, ο ΓΑΠ και ο Παπακωνσταντίνου έδωσαν πολλούς «νικηφόρους» επικοινωνιακούς πολέμους. Παιδιά από οικογένεια, με άψογα αγγλικά και καλούς τρόπους, ήταν βούτυρο στο ψωμί για πεπαλαιωμένες καραβάνες όπως ο Στρος Καν, ο Τρισέ, ο Σόρος ή η Μέρκελ. Ηγετίσκοι χωρίς πολιτικό παράστημα, κοσμοπολίτες του συρμού χωρίς τρόμο ιστορίας ή συνείδηση του βαθύτερου εθνικού χρέους, ανίκανοι είτε να εμπνεύσουν είτε να εμπνευστούν, χρησιμοποιούν τους θεσμούς κατά το δοκούν, κοινοβουλευτικοί δικτατορίσκοι που απεχθάνονται τα δημοψηφίσματα ακόμη για θέματα τέτοιας τρομακτικής σημασίας όπως το μνημόνιο, πειθαναγκάζουν την κομματική τους αγέλη να συμφωνεί – όπως εξάλλου και τα κρατικοδίαιτα συνδικάτα –, ενώ συμφωνούν στο πόσο εμπνευσμένα ασκεί τα καθήκοντά του ο ανύπαρκτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Και βέβαια, αποτυγχάνουν σε όλες τους τις προβλέψεις. Απ’ την άλλη, τα συνταγματικά πραξικοπήματα εναλλάσσονται καταιγιστικά εφόσον η εξουσία είναι βαθύτατα αντιδημοκρατική αλλά ουδείς καταγγέλλει το συνταγματικό έλλειμμα στο οποίο βρίσκεται η χώρα. Το χρεοκοπημένο πολιτικό δυναμικό βολεύεται, βλέπετε, απ’ αυτήν την αδιέξοδη κατάσταση. Κερδίζει χρόνο, σβήνει τα ίχνη της προδοσίας και του διαγουμίσματος, περιμένει την αλληλεγγύη των άλλων πολιτικών δυνάμεων στην Ε.Ε. Μια ολόκληρη επικράτεια μετριοτήτων, εντός και εκτός, και μια Ευρωπαϊκή Ένωση που πρέπει να κοιτάξει την ιδρυτική της χάρτα από την αρχή. Ένα πάντως είναι βέβαιο: οι άνθρωποι αυτοί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κρίσης και άρα δεν μπορεί να καταστούν σημαιοφόροι της υπέρβασής της. Μ’ άλλα λόγια, ο πανικός της κυβέρνησης συνεχίζεται, αλλά και ο διαγκωνισμός των κομματικών φατριών για την επόμενη μέρα. Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις, όλα είναι ανοιχτά, όλα παίζονται. Και μάλιστα εν ου παικτοίς..."
Μάνος Στεφανίδης
"Όπου σταδιακά, καθώς προεγράφη, ο Γιώργος Παπανδρέου ξαναγίνεται Γιωργάκης ακολουθώντας τη μοίρα του προκατόχου του και πολιτικού του alter ego (από τα παιδικά παίγνια lego) Κωστάκη. Κι όπου πριν αλέκτορα φωνήσαι όλοι αυτοί οι γελοίοι υμνητές της πρωθυπουργικής υπεροχής είναι υποχρεωμένοι πάλι να ξανακαταπιούν τη μελίρρυτη, με το αζημίωτο, γλώσσα τους. Βέβαια ο ΓΑΠ είναι ό,τι ανέκαθεν ήταν: ένας φοβικός αντικοινωνικός άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων με προφανή την αδυναμία να πάρει έγκαιρα τις αναγκαίες αποφάσεις και με κατάδηλη εκφραστική-επικοινωνιακή υστέρηση. Στο μυαλό του Γιωργάκη τα προβλήματα είναι μπερδεμένα σαν τον γόρδιο δεσμό, αποκτούν τις διαστάσεις ενός μεταφυσικού κακού και έχουν ως κολλητική ουσία την πατροπαράδοτη αλαζονεία των Παπανδρέου. Οι συνεργάτες του Γιωργάκη γνωρίζουν πολύ καλά ότι ο πρωθυπουργός συσκέπτεται μεν και μάλιστα με νευρωτικό, αγχωμένο τρόπο, αλλά δεν αποφασίζει. Παράλληλα ακούει ευλαβικά και αμίλητος τις στρατιές των συμβούλων του, αλλά δεν πραγματοποιεί καμία εισήγησή τους. Αυτό είναι το modus operandi του. Να συσκέπτεται αλλά να μην αποφασίζει, να αποφασίζει αλλά να μην εκτελεί, να εκτελεί αλλά να μετανιώνει και να ανακαλεί. Επίσης είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΓΑΠ εμπιστεύεται – όσο εμπιστεύεται – το πολύ στενό του πολίτ μπιρό, δυο-τρεις ανθρώπους του άμεσου προσωπικού του περιβάλλοντος, τους δύο αδελφούς του, ενώ περιφρονεί βαθύτατα το κοινοβουλευτικό ΠΑΣΟΚ αλλά και όλους τους συνεργάτες του πατέρα του. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι ο Γιωργάκης τρέφει σχεδόν υπερβατική πίστη στον αμερικανικό παράγοντα με τρόπο ώστε να καθίσταται συνειδητά ή ασυνείδητα πειθήνιο όργανό του. Έτσι με περισσή αθωότητα ο Παπανδρέου ο Γ’ εφαρμόζει πολιτικές που αντιστρατεύονται τα ευρωπαϊκά συμφέροντα, ενώ για τα λεγόμενα «εθνικά θέματα» κυριαρχεί μαύρο σκοτάδι, δηλαδή οι «χειρισμοί» του Δρούτσα. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό πως οι εξ απορρήτων του πρωθυπουργού είναι νεαροί τεχνοκράτες χωρίς κοινοβουλευτική ή διοικητική πείρα, μαθητευόμενοι μάγοι, δηλαδή, που οφείλουν την αιφνίδια, κατακόρυφη άνοδό τους στην ανασφάλεια του ηγεμόνα τους. Σκεφτείτε: ο πιο ικανός υπουργός της κυβέρνησης Παπανδρέου είναι και ο πιο αποτυχημένος: ο Γιώργος Παπακωνσταντίνου. Ένας άνθρωπος που θα διέπρεπε αν συνέχιζε να είναι κυβερνητικός εκπρόσωπος – ένα είδος Ρουσόπουλου του ΠΑΣΟΚ –, αλλά ως τσάρος της Οικονομίας ήταν προδιαγεγραμμένο πως θα τα θαλασσώσει. Βλέπετε, έχουν και οι επικοινωνιακές τακτικές τα όριά τους. Εκτός κι αν μερικοί ακόμα νομίζουν πως ικανός πολιτικός είναι αυτός που «γράφει» πιο ωραία από τον Πρετεντέρη και δεν τρέμει εμπρός στην Τρέμη.
Ο Παπανδρέου έγινε πρωθυπουργός από ένα πείσμα. Επειδή έτσι έπρεπε. Επειδή γι’ αυτό τον προετοίμαζε η μαμά του. Και γιατί βεβαίως ο ελληνικός λαός είναι βαθιά συντηρητικός με ναΐφ πολιτικά ανακλαστικά. Στην Ελλάδα ανέκαθεν λάτρευαν βασιλιάδες, δικτάτορες, εθνάρχες, αρχηγούς πάσης φύσεως, θεόσταλτους ηγέτες που θα πραγμάτωναν τα πεπρωμένα της φυλής. Κάποτε-κάποτε μεγέθη σαν του Βενιζέλου ή του Καραμανλή του πρεσβύτερου, κάποτε-κάποτε σαν του… Καρατζαφέρη. Εν πάση περιπτώσει ο Γιωργάκης εξελέγη ψευδόμενος, παρέλαβε την εξουσία μέσα σε υπνωτικό πανικό, διαλάλησε urbi et orbi την άθλια κατάστασή μας και μετά απορούσε γιατί μας εκμεταλλεύονται οι αισχροκερδείς αγορές. Κατέστησε τη χώρα πειραματόζωο της ευρύτερης, ευρωπαϊκής κρίσης, εξιλαστήριο θύμα του χρηματοπιστωτικού Λεβιάθαν και βέβαια δεν είχε ούτε το σθένος ούτε την ψυχραιμία να διαπραγματευτεί εξαντλητικά, να λειτουργήσει πολιτικά, να συμπεριφερθεί ως πρωθυπουργός κι όχι ως εκ των προτέρων ηττημένος. Χωρίς μάλιστα να δώσει μάχη.
Αντί της μάχης, ο ΓΑΠ και ο Παπακωνσταντίνου έδωσαν πολλούς «νικηφόρους» επικοινωνιακούς πολέμους. Παιδιά από οικογένεια, με άψογα αγγλικά και καλούς τρόπους, ήταν βούτυρο στο ψωμί για πεπαλαιωμένες καραβάνες όπως ο Στρος Καν, ο Τρισέ, ο Σόρος ή η Μέρκελ. Ηγετίσκοι χωρίς πολιτικό παράστημα, κοσμοπολίτες του συρμού χωρίς τρόμο ιστορίας ή συνείδηση του βαθύτερου εθνικού χρέους, ανίκανοι είτε να εμπνεύσουν είτε να εμπνευστούν, χρησιμοποιούν τους θεσμούς κατά το δοκούν, κοινοβουλευτικοί δικτατορίσκοι που απεχθάνονται τα δημοψηφίσματα ακόμη για θέματα τέτοιας τρομακτικής σημασίας όπως το μνημόνιο, πειθαναγκάζουν την κομματική τους αγέλη να συμφωνεί – όπως εξάλλου και τα κρατικοδίαιτα συνδικάτα –, ενώ συμφωνούν στο πόσο εμπνευσμένα ασκεί τα καθήκοντά του ο ανύπαρκτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Και βέβαια, αποτυγχάνουν σε όλες τους τις προβλέψεις. Απ’ την άλλη, τα συνταγματικά πραξικοπήματα εναλλάσσονται καταιγιστικά εφόσον η εξουσία είναι βαθύτατα αντιδημοκρατική αλλά ουδείς καταγγέλλει το συνταγματικό έλλειμμα στο οποίο βρίσκεται η χώρα. Το χρεοκοπημένο πολιτικό δυναμικό βολεύεται, βλέπετε, απ’ αυτήν την αδιέξοδη κατάσταση. Κερδίζει χρόνο, σβήνει τα ίχνη της προδοσίας και του διαγουμίσματος, περιμένει την αλληλεγγύη των άλλων πολιτικών δυνάμεων στην Ε.Ε. Μια ολόκληρη επικράτεια μετριοτήτων, εντός και εκτός, και μια Ευρωπαϊκή Ένωση που πρέπει να κοιτάξει την ιδρυτική της χάρτα από την αρχή. Ένα πάντως είναι βέβαιο: οι άνθρωποι αυτοί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κρίσης και άρα δεν μπορεί να καταστούν σημαιοφόροι της υπέρβασής της. Μ’ άλλα λόγια, ο πανικός της κυβέρνησης συνεχίζεται, αλλά και ο διαγκωνισμός των κομματικών φατριών για την επόμενη μέρα. Παρά τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις, όλα είναι ανοιχτά, όλα παίζονται. Και μάλιστα εν ου παικτοίς..."
Μάνος Στεφανίδης
Ετικέτες
πολιτική
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)